Για χρόνια, η δημόσια συζήτηση για την κοινωνική πολιτική επικεντρωνόταν στο αν χρειαζόμαστε περισσότερο ή λιγότερο κοινωνικό κράτος. Σήμερα, όμως, το πραγματικό διακύβευμα είναι διαφορετικό: πόσο αποτελεσματικά μπορεί το κοινωνικό κράτος να διευρύνει τις δυνατότητες των ανθρώπων. Σε αυτή την πρόκληση καλούμαστε να απαντήσουμε στις συνθήκες του 21ου αιώνα.
Για πολλές δεκαετίες, η αποτελεσματικότητα του κοινωνικού κράτους αξιολογούνταν, κυρίως, από την ικανότητά του να παρεμβαίνει όταν μια δυσκολία είχε ήδη εμφανιστεί. Η αποστολή αυτή παραμένει θεμελιώδης. Η προστασία των πιο ευάλωτων αποτελεί αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση κάθε ευνομούμενης πολιτείας.
Οι κοινωνίες, όμως, αλλάζουν. Το Δημογραφικό, η στεγαστική κρίση, οι νέες μορφές ανισότητας και οι σύνθετες ανάγκες της καθημερινότητας απαιτούν μια διαφορετική προσέγγιση. Ένα κοινωνικό κράτος που δεν περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών, αλλά επενδύει στις προϋποθέσεις που επιτρέπουν στους ανθρώπους να σχεδιάζουν τη ζωή τους με μεγαλύτερη ασφάλεια, περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερη αυτονομία.
Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη μετατόπιση που συντελείται σήμερα στη δημόσια πολιτική. Η μετάβαση από ένα κράτος που παρεμβαίνει εκ των υστέρων σε ένα κράτος που δημιουργεί ευκαιρίες πριν οι δυσκολίες παγιωθούν. Από μια λογική που περιορίζεται στην ανακούφιση, σε μια πολιτική που επενδύει στις δυνατότητες των ανθρώπων.
Αυτήν τη φιλοσοφία υπηρετούν οι πρόσφατες πρωτοβουλίες του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Ο θεσμός του Προσωπικού Βοηθού αναγνωρίζει στην πράξη το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία να ζουν με μεγαλύτερη ανεξαρτησία και να διαμορφώνουν οι ίδιοι την καθημερινότητά τους. Η Πρώιμη Παιδική Παρέμβαση μεταφέρει το βάρος από την καθυστερημένη αντιμετώπιση στην έγκαιρη υποστήριξη των παιδιών και των οικογενειών τους. Η Εθνική Πύλη Αναπηρίας απλουστεύει τη σχέση του πολίτη με το κράτος, αποδεικνύοντας ότι η αξιοπρέπεια συνδέεται και με την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Παράλληλα, η ενίσχυση του ΟΠΕΚΑ θωρακίζει την επιχειρησιακή ικανότητα του κοινωνικού κράτους ώστε τα κοινωνικά δικαιώματα να μεταφράζονται σε πραγματική και έγκαιρη στήριξη.
Η ίδια αντίληψη διατρέχει και τις πολιτικές για τη στήριξη της οικογένειας, την αντιμετώπιση του Δημογραφικού και την πρόσβαση των νέων στην κατοικία. Γιατί η κοινωνική συνοχή δεν οικοδομείται μόνο με οικονομικές ενισχύσεις. Οικοδομείται όταν δημιουργούνται οι πραγματικές προϋποθέσεις ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να εργαστούν, να αποκτήσουν κατοικία, να δημιουργήσουν οικογένεια και να σχεδιάσουν το μέλλον τους με μεγαλύτερη αισιοδοξία.
Για πολλά χρόνια, μετρούσαμε την αξία του κοινωνικού κράτους, κυρίως, με ποσοτικούς όρους: πόσες παροχές προσφέρει και πόσους πολίτες καλύπτει. Αυτά εξακολουθούν να έχουν σημασία. Σήμερα, όμως, οφείλουμε να το αξιολογούμε και με ποιοτικούς όρους: πόση αυτονομία δημιουργεί, πόσα εμπόδια απομακρύνει, πόσες δυνατότητες ανοίγει και πόσο έγκαιρα παρεμβαίνει ώστε να προλαμβάνει τις ανισότητες, αντί, απλώς, να τις διαχειρίζεται.
Το πραγματικό μέτρο ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους είναι οι ευκαιρίες που δημιουργεί, η εμπιστοσύνη που καλλιεργεί και η δυνατότητα που δίνει σε κάθε άνθρωπο να συμμετέχει ισότιμα στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Γιατί, τελικά, η ουσία της κοινωνικής πολιτικής δεν βρίσκεται μόνο στην προστασία απέναντι στις δυσχέρειες. Βρίσκεται στη δημιουργία των προϋποθέσεων ώστε περισσότεροι άνθρωποι να μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια, αυτονομία και πραγματική ελευθερία επιλογών.
Η κυρία Λυτρίβη, PhD, είναι βουλευτής επικρατείας με τη ΝΔ και τέως υφυπουργός Παιδείας
Εφημερίδα Απογευματινή










