Μετέωρο το σχέδιο Τραμπ για τα πετρέλαια της Βενεζουέλας

Η συµµετοχή του 35% στη NABEP, µε την αµφιλεγόµενη ιδιοκτησία, δεν σηµαίνει ότι οι ΗΠΑ έχουν πλειοψηφικό ιδιοκτησιακό έλεγχο στα πεδία της χώρας και το δικαίωµα αγοράς δεν ισοδυναµεί µε ιδιοκτησία των αποθεµάτων
23:00 - 10 Σεπτεμβρίου 2026
Τραμπ Βενεζουέλα πετρέλαια
Οι ανακοινώσεις Ροντρίγκες προκάλεσαν καταιγισμό αντιδράσεων σε όλη τη χώρα, με αιχμή το ότι εκχώρησε στρατηγικούς φυσικούς πόρους, χωρίς κανέναn ανοιχτό διαγωνισμό και χωρίς καν πολιτική νομιμοποίηση, αφού είναι προσωρινή και όχι εκλεγμένη πρόεδρος
Της Μαριάννας Τόλια

Την Παρασκευή 28 Αυγούστου ο πρόεδρος Τραµπ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ εξασφάλισαν τον έλεγχο 17 πετρελαϊκών πεδίων της Βενεζουέλας µε αποδεδειγµένα αποθέµατα πετρελαίου 65 δισ. βαρέλια. Με τους συνήθεις ποµπώδεις τόνους του, ο Αµερικανός πρόεδρος έκανε λόγο για τη «µεγαλύτερη πετρελαϊκή συµφωνία στην παγκόσµια ιστορία» και παρουσίασε ένα σχέδιο που εκ πρώτης όψης φαινόταν πράγµατι να δίνει στις ΗΠΑ πρωτοφανή επιρροή πάνω στο ένα πέµπτο του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας για 100 χρόνια. Το πετρέλαιο είναι το «δώρο του λαού της Βενεζουέλας προς τις ΗΠΑ», πρόσθεσε και οι Αµερικανοί θα το πάρουν σε τιµή κόστους, για να αναπληρώσουν τα στρατηγικά τους αποθέµατα και να ρίξουν τις τιµές της βενζίνης. Επιπλέον, καθώς τα 17 αυτά πεδία βρίσκονται µέχρι σήµερα υπό τον έλεγχο ή την εκµετάλλευση ρωσικών και κινεζικών εταιρειών, η συµφωνία εξυπηρετεί τον στόχο της ευρύτερης στρατηγικής Τραµπ για περιορισµό της ρωσικής και κινεζικής παρουσίας στη Λατινική Αµερική και αποκατάσταση της «ηγεµονίας των ΗΠΑ» σε όλη την αµερικανική ήπειρο.

Την επόµενη µέρα ο Λευκός Οίκος έδωσε στη δηµοσιότητα έγγραφο µε τις λεπτοµέρειες της συµφωνίας και φάνηκε ότι τα πράγµατα είναι κάπως διαφορετικά. Βάσει των όρων της, µεταξύ ΗΠΑ και Βενεζουέλας µεσολαβεί η µικρή βενεζουελάνικη πετρελαϊκή εταιρεία North American Blue Energy Partners (NABEP) του Αλεχάντρο Μπετανκούρ, στην οποία η προσωρινή κυβέρνηση Ροντρίγκες παραχωρεί δικαιώµατα εκµετάλλευσης διάρκειας 100 ετών σε 17 πετρελαϊκά πεδία, στη ζώνη του Ορινόκου και στην περιοχή της λίµνης Μαρακαΐµπο.

Στη µητρική της NABEP το αµερικανικό υπουργείο Αµυνας αποκτά µερίδιο 35% χωρίς να βάλει κεφάλαια και το Στέιτ Ντιπάρτµεντ εξασφαλίζει το δικαίωµα να αγοράζει στο κόστος παραγωγής το 20% του πετρελαίου από όλα τα υφιστάµενα και µελλοντικά πεδία της εταιρείας και να είναι ο πρώτος αγοραστής και για το υπόλοιπο 80% της παραγωγής. Η αµερικανική κυβέρνηση αποκτά βέτο στον διορισµό των µελών του διοικητικού συµβουλίου, η πλειονότητα των οποίων πρέπει να είναι Αµερικανοί πολίτες. Η συµφωνία διέπεται από το αµερικανικό δίκαιο και υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων των ΗΠΑ.

Η συµµετοχή 35% στη NABEP δεν σηµαίνει όµως ότι οι ΗΠΑ έχουν πλειοψηφικό ιδιοκτησιακό έλεγχο στα πετρέλαια της Βενεζουέλας και το δικαίωµα αγοράς πετρελαίου δεν ισοδυναµεί µε ιδιοκτησία των αποθεµάτων.Στη Βενεζουέλα, η Ντέλσι Ροντρίγκες επιβεβαίωσε την υπογραφή της συµφωνίας, µε το επιχείρηµα ότι θα φέρει στη χώρα έσοδα 200 δισ. δολάρια από φόρους και δικαιώµατα µέσα στα πρώτα 25 χρόνια ισχύος της και, καθώς το κόµµα της έχει την πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, πέτυχε την επικύρωσή της.

Οι ανακοινώσεις προκάλεσαν όµως καταιγισµό αντιδράσεων που διέτρεξαν οριζόντια όλη τη χώρα, από την αντιπολίτευση και µεγάλα τµήµατα του κυβερνητικού στρατοπέδου έως τα κοινωνικά δίκτυα. Οι Βενεζουελάνοι κατηγόρησαν τη Ροντρίγκες ότι εκχώρησε στρατηγικούς φυσικούς πόρους µε µυστική συµφωνία, χωρίς κανέναν ανοιχτό διαγωνισµό, χωρίς επαρκή δηµόσιο έλεγχο, για έναν ολόκληρο αιώνα και χωρίς καν να έχει πολιτική νοµιµοποίηση, αφού είναι προσωρινή, όχι εκλεγµένη πρόεδρος. Οι αναλυτές του Bloomberg, συγκρίνοντας το µοντέλο µε τις πρακτικές των ξένων πετρελαϊκών εταιρειών στη Λατινική Αµερική στις αρχές του 20ού αιώνα, µίλησαν µάλιστα για «νεοαποικιοκρατία». Μείζον πρόβληµα αποτελεί επίσης ο ρόλος της NABEP και του επικεφαλής της, Αλεχάντρο Μπετανκούρ. Ο Βενεζουελάνος επιχειρηµατίας, που παρουσιάζεται ως εταίρος του αµερικανικού υπουργείου Αµυνας, διαδραµάτισε κεντρικό ρόλο στην απαγωγή και σύλληψη του Μαδούρο και φέρεται να είναι πρόσωπο της απολύτου εµπιστοσύνης του Τραµπ. Είναι όµως αµφιλεγόµενο πρόσωπο, καθώς έχει κατηγορηθεί παλιότερα για «ξέπλυµα µαύρου χρήµατος», ενώ η εταιρεία του, η NABEP, είναι µικρή και δεν έχει καµία απολύτως δυνατότητα να βρει τα 100 δισεκατοµµύρια δολάρια των επενδύσεων που απαιτούνται για την πλήρη ανάπτυξη των 17 πετρελαϊκών πεδίων τα οποία υποτίθεται ότι παίρνει για 100 χρόνια.

Στο έγγραφο µε τα βασικά σηµεία της συµφωνίας, το οποίο έδωσε στη δηµοσιότητα ο Λευκός Οίκος, αυτό αναγνωρίζεται και αναφέρεται ότι η NABEP θα διασφαλίσει πρόσβαση σε αµερικανικά κεφάλαια.

Οι αµερικανικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί ExxonMobile, ConocoPhillips και Chevron, τους οποίους, σύµφωνα µε το Reuters, προσέγγισε η κυβέρνηση Τραµπ για να επενδύσουν στην αναβίωση της βενεζουελανικής πετρελαϊκής βιοµηχανίας, παραµένουν επιφυλακτικοί απέναντι στη συµφωνία Τραµπ.

Η Chevron, η µόνη αµερικανική εταιρεία που βρίσκεται ήδη στη Βενεζουέλα, ανακοίνωσε ανεξάρτητα ότι θα επενδύσει 7 δισ. δολάρια στην επόµενη 5ετία για να αυξήσει την παραγωγή της στα πεδία που ήδη εκµεταλλεύεται.

Η ConocoPhillips, σε µια λιτή ανακοίνωσή της, ανέφερε ότι «κάθε επενδυτική απόφαση οδηγείται από ένα σύνολο παραγόντων που περιλαµβάνουν την πολιτική σταθερότητα και την προσήλωση στον νόµο».

Από αυτή την άποψη, λοιπόν, η συµφωνία Τραµπ, για το «µεγαλύτερο πετρελαϊκό deal που έγινε ποτέ», φαίνεται να αποτελεί ένα ωραίο πολιτικό αφήγηµα για προεκλογική κατανάλωση, εν όψει των ενδιάµεσων εκλογών.

Είναι αβέβαιο όµως αν θα µετατραπεί σε εφαρµόσιµο επενδυτικό σχέδιο. Αυτό µπορεί να γίνει αν επιστρέψουν στη Βενεζουέλα οι µεγάλες αµερικανικές πετρελαϊκές που εκδιώχθηκαν το 2007 από τον Τσάβες και βάλουν πολύ ζεστό χρήµα. Αλλά για να το κάνουν, ζητούν πολιτική σταθερότητα και εγγυήσεις ότι δεν θα ξαναδιωχτούν, οι οποίες επί του παρόντος δεν υπάρχουν.

Κυριακάτικη Απογευματινή