Η συμφωνία της Μέκκα και το δίλημμα της Αθήνας

Προβληματισμός στο Μαξίμου για να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία σε περίπτωση που το Ισραήλ απαντήσει με νέο άξονα που να συμπεριλαμβάνει Ελλάδα, Κύπρο και Ινδία
10:22 - 14 Αυγούστου 2026
Ρεπορτάζ: Τρύφωνας Ιωαννίδης

Η αμυντική συμφωνία Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δημιουργεί νέα δεδομένα σε μια Μέση Ανατολή που αναζητεί ακόμη τις ισορροπίες της μετά τον πόλεμο με το Ιράν. Η «Συμφωνία της Μέκκας» δεν σημαίνει αυτομάτως ότι συγκροτήθηκε ένα συμπαγές νέο στρατόπεδο απέναντι στο Ισραήλ. Ωστόσο, η παρουσία της Τουρκίας σε ένα σχήμα που συνδέει τη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη του αραβικού κόσμου με τη μοναδική μουσουλμανική χώρα που διαθέτει πυρηνικά όπλα προκαλεί ήδη δεύτερες σκέψεις στο Τελ Αβίβ και ανοίγει μια συζήτηση που αφορά άμεσα την Αθήνα και τη Λευκωσία.

Για τη χώρα μας πρόκληση θα είναι επίσης να εμποδίσει την περιφερειακή πόλωση ώστε να περιορίσει την ελευθερία κινήσεών της

Η συμφωνία που υπεγράφη στις 7 Αυγούστου προβλέπει ότι επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων, μια διατύπωση που παραπέμπει πολιτικά στη λογική της συλλογικής άμυνας. Το πραγματικό βάθος της συμφωνίας, πάντως, μένει να δοκιμαστεί στην πράξη. Πρόκειται για τρεις χώρες με διαφορετικές επιδιώξεις και σχέσεις με τις ΗΠΑ, το Ιράν και το Ισραήλ, ενώ ακόμη και στην Τουρκία έχουν διατυπωθεί ερωτήματα για το ακριβές περιεχόμενο των δεσμεύσεων που ανέλαβε η Άγκυρα.

Εκείνο που δύσκολα αμφισβητείται είναι ότι η νέα τριμερής προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα στην αναδιάταξη της περιφερειακής αρχιτεκτονικής. Η Τουρκία προσφέρει στρατιωτικές δυνατότητες και μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, η Σαουδική Αραβία οικονομική ισχύ και το Πακιστάν σημαντικό στρατιωτικό βάθος. Ήδη πριν από την υπογραφή της συμφωνίας, αναλύσεις κατέγραφαν τη σύγκλιση Άγκυρας, Ριάντ και Ισλαμαμπάντ ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας των περιφερειακών δυνάμεων να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία σε ένα περιβάλλον όπου η αμερικανική παρουσία δεν θεωρείται πλέον από όλους δεδομένη με τους όρους του παρελθόντος.

ΑΝΗΣΥΧΙΑ

Ακριβώς αυτή η εξέλιξη εξηγεί την κινητικότητα που καταγράφεται στην άλλη πλευρά. Ισραηλινές αναλύσεις εξετάζουν πλέον ανοιχτά την περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων με την Ινδία, αλλά και με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Κύπρος. Το ενδιαφέρον είναι ότι η σχετική συζήτηση παρακολουθείται με εμφανή ανησυχία από τουρκικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία παρουσιάζουν ως πιθανή ισραηλινή απάντηση τη δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου συνεργασιών απέναντι στη νέα τριμερή. Μέχρι στιγμής, πάντως, πρόκειται για στρατηγική συζήτηση και όχι για απόφαση συγκρότησης μιας νέας επίσημης συμμαχίας.

Η βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένα τέτοιο σχήμα υπάρχει ήδη. Τον Φεβρουάριο Ινδία και Ισραήλ αναβάθμισαν τη σχέση τους σε «Ειδική Στρατηγική Εταιρική Σχέση», με ιδιαίτερη έμφαση στην άμυνα, την ασφάλεια, την τεχνολογία και τον κυβερνοχώρο. Παράλληλα, οι σχέσεις της Ινδίας με την Ελλάδα και την Κύπρο έχουν ενισχυθεί αισθητά, ενώ έχουν εξεταστεί πλέον δημόσια οι δυνατότητες ενός τριμερούς πλαισίου Ινδίας–Ελλάδας–Κύπρου, με βασικούς άξονες τη θαλάσσια ασφάλεια και την αμυντική συνεργασία.

Στην ίδια εξίσωση μπαίνει και ο IMEC, ο διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης. Η Ελλάδα φιλοδοξεί να αποτελέσει μία από τις ευρωπαϊκές πύλες του, ενώ το Ισραήλ βρίσκεται στον πυρήνα της σχεδιαζόμενης διαδρομής. Πρόσφατες αναλύσεις αντιμετωπίζουν μάλιστα την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Ινδία ως τρεις κρίσιμους κρίκους μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής θαλάσσιας ασφάλειας γύρω από τον IMEC.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Εδώ ακριβώς αρχίζουν τα ελληνικά διλήμματα. Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να ενισχύσει τις στρατηγικές σχέσεις με το Ισραήλ και την Ινδία, ιδιαίτερα σε άμυνα, ενέργεια, υποδομές και θαλάσσια ασφάλεια. Παράλληλα όμως δεν έχει κανένα συμφέρον να μετατρέψει αυτές τις συνεργασίες σε συμμετοχή σε έναν άκαμπτο αντιτουρκικό ή αντισαουδαραβικό άξονα. Η Σαουδική Αραβία αποτελεί σημαντικό εταίρο της Ελλάδας και η Αθήνα έχει επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο στις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο. Η παρουσία της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής σχέσης.

Η νέα συμφωνία έχει ήδη οδηγήσει την Αθήνα σε στενότερη παρακολούθηση των εξελίξεων. Η ελληνική πλευρά έχει περάσει από την ετήσια σε μηνιαία επανεξέταση της παραμονής των Patriot στη Σαουδική Αραβία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ληφθεί απόφαση αποχώρησής τους. Η κίνηση αποτυπώνει ακριβώς τη δυσκολία της νέας εξίσωσης: η Ελλάδα θέλει να διατηρήσει τη στρατηγική σχέση με το Ριάντ, χωρίς όμως ελληνικές στρατιωτικές δυνατότητες να συνδεθούν, έστω έμμεσα, με ανταγωνισμούς στους οποίους η Αθήνα δεν επιθυμεί να εμπλακεί.

Ακόμη πιο σύνθετη μπορεί να γίνει η κατάσταση εάν το Ισραήλ επιχειρήσει να μετατρέψει τις υφιστάμενες διμερείς και τριμερείς συνεργασίες σε ένα περισσότερο πολιτικοστρατιωτικό σχήμα. Ο ίδιος ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε ήδη από τον Φεβρουάριο περιγράψει ένα ευρύ «εξάγωνο» συνεργασιών που θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την Ινδία και μεσογειακά κράτη όπως η Ελλάδα και η Κύπρος.

ΑΥΤΟΝΟΜΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ

Για την Αθήνα, συνεπώς, η πρόκληση δεν θα είναι να επιλέξει απλώς μεταξύ δύο στρατοπέδων. Θα είναι να εμποδίσει την περιφερειακή πόλωση να περιορίσει την ελευθερία κινήσεών της. Η Ελλάδα μπορεί να βρίσκεται στρατηγικά πιο κοντά στο Ισραήλ, την Κύπρο και την Ινδία σε μια σειρά ζητημάτων, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Αίγυπτο ως αυτόνομους πυλώνες της πολιτικής της στη Μέση Ανατολή.

Το ερώτημα, επομένως, είναι εάν η «Συμφωνία της Μέκκας» θα παραμείνει μια ευέλικτη τριμερής συνεννόηση ή θα αποτελέσει τον πυρήνα ενός ευρύτερου συστήματος ασφαλείας. Εάν συμβεί το δεύτερο και το Ισραήλ απαντήσει επιδιώκοντας τη θεσμοποίηση ενός ανταγωνιστικού άξονα με την Ινδία και κράτη της Ανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα και ακόμη περισσότερο η Κύπρος είναι πιθανό να βρεθούν μπροστά σε πιέσεις για καθαρότερη τοποθέτηση. Και τότε η δύσκολη άσκηση ισορροπίας που σήμερα διεξάγεται στο διπλωματικό επίπεδο θα αποκτήσει σαφώς μεγαλύτερο στρατηγικό βάρος.

Εφημερίδα Απογευματινή