Η δεκαετία των μνημονίων δεν μας κόστισε μόνο μισθούς και ανθρώπους που έφυγαν στο εξωτερικό. Μας κόστισε και ισχύ. Όσο η Τουρκία έχτιζε δική της αμυντική βιομηχανία και επιχειρούσε να ανανεώσει τον εξοπλισμό της, η Αθήνα πάγωνε προγράμματα, ανέβαλλε συντηρήσεις, έκοβε πυρομαχικά και έχανε μια ολόκληρη γενιά εξοπλισμών. Το χάσμα που άνοιξε ήταν μεγάλο για να το κλείσουμε με περιορισμένες δημοσιονομικές δυνατότητες.
Αυτό που δεν μπορεί να παραδεχθεί δημόσια η κυβέρνηση, αλλά αδυνατεί και να κινητοποιήσει άλλους να το κάνουν για αυτήν, είναι πως για να το κλείσουμε απαιτήθηκαν συμμαχίες αλλά και θυσίες.
Από το Ισραήλ αποκτήσαμε πρόσβαση σε οπλικά συστήματα και πληροφορίες. Το τίμημα ήταν η πλήρης σύνδεση και στήριξη των υποθέσεών του. Με τη Γαλλία υπογράψαμε συμφωνία που μας δίνει εγγύηση βοήθειας σε περίπτωση επίθεσης. Αυτή η εγγύηση δεν ήρθε δωρεάν. Ήρθε μαζί με φρεγάτες και μαχητικά. Στις ΗΠΑ δώσαμε διευκολύνσεις για τα ενεργειακά τους σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο και αναβαθμίσαμε τις βάσεις, άλλοτε θέμα ταμπού. Πήραμε σε αντάλλαγμα εξοπλισμούς και πολιτική κάλυψη στην Ουάσινγκτον. Είτε τις αμερικανικές κυρώσεις στην Τουρκία για την αγορά ρωσικών πυραύλων S-400 είτε τον νόμο που κατοχύρωσε την ενεργειακή συνεργασία της περιοχής και τον επανεξοπλισμό της Κύπρου. Σε αυτό βοήθησε καθοριστικά η συνεννόηση με το ισραηλινό λόμπι στο Κογκρέσο.
Τα οφέλη από μια τέτοια προσέγγιση είναι σημαντικά, αλλά δεν αντέχουν στον χρόνο. Η προστασία που αγοράζεις με παραγγελίες όπλων εξαρτάται από αυτόν που σου τα πουλάει. Και όταν διαλέγεις μία πλευρά σε μια περιοχή με πολλά κέντρα εξουσίας, στενεύουν οι επιλογές σου ακριβώς τη στιγμή που τις χρειάζεσαι.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάχθηκε και η συμφωνία των Αθηνών με την Τουρκία για τα «ήρεμα νερά». Δεν ήταν καινούργια φιλοσοφία εξωτερικής πολιτικής. Ήταν αγορά χρόνου. Χρόνου για να προχωρήσουν αλλαγές στο στράτευμα, στη θωράκιση της οικονομίας και στους εξοπλισμούς. Επιτεύγματα που δεν μπορούν να υλοποιηθούν μέσα σε περίοδο έντασης. Ως τακτική ήταν λογική. Ως μόνιμη στρατηγική δεν επαρκεί.
Και εδώ είναι το ερώτημα για την επόμενη κυβέρνηση. Πώς μετατρέπεις τον χρόνο που κέρδισες σε κάτι μόνιμο. Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα αρχιτεκτονική σχεδιασμού της εξωτερικής πολιτικής.
Χρειαζόμαστε σταθερά κανάλια επικοινωνίας με τις χώρες της περιοχής, όχι μόνο επαφές κορυφής. Νέες πρωτοβουλίες για τακτικό πολιτικό διάλογο που δεν στήνεται ad hoc κάθε φορά. Υπηρεσίες που παρακολουθούν μόνιμα τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή, αντί για επιτροπές που συγκροτούνται αφού ξεσπάσει η κρίση. Αναλυτές και στελέχη πρεσβειών, που μπολιάζουν τη διπλωματική υπηρεσία, αλλά δεν ευνουχίζονται από αυτή. Διπλωματία που απευθύνεται και στις κοινωνίες, όχι μόνο στις κυβερνήσεις. Και σχέσεις εμπιστοσύνης που χτίζονται στην καθημερινότητα και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας που φέρνουν μαζί τους οι κρίσεις.
Η διαφορά ανάμεσα σε ένα κράτος που αντιδρά και σε ένα κράτος που σχεδιάζει είναι στο τέλος θέμα υποδομής. Η συνέχιση της ελληνικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή και την Κυρηναϊκή δεν θα κριθεί από το πλήθος των συνόδων και των μνημονίων συνεργασίας αλλά από το αν αντέχει όταν αλλάζουν οι λήπτες αποφάσεων.
Ο κ. Λυσιγάκης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων
Εφημερίδα Απογευματινή










