Μια σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη με έντονο ελληνικό «χρώμα» ήρθε στο φως στη Νότια Τουρκία, στην αρχαία ελληνική πόλη της Σίδης. Πρόκειται για μια μνημειακή πύλη της Ύστερης Αρχαιότητας, γνωστή ως «Πύλη του Ηρακλή», η οποία εντυπωσιάζει με τον πλούσιο γλυπτό διάκοσμό της. Στα ρωμαϊκά ανάγλυφα, ηλικίας σχεδόν 1.800 ετών, αποτυπώνονται σκηνές από τους Δώδεκα Άθλους του Ηρακλή, ενώ δίπλα τους εικονίζονται σημαντικές ελληνορωμαϊκές θεότητες.
Η ανακάλυψη πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια συστηματικών ανασκαφών σε έναν αρχαίο δρόμο μήκους 390 μέτρων, ο οποίος προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίστηκε το αστικό τοπίο της Σίδης, από τη Ρωμαϊκή περίοδο έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Η λεγόμενη Οδός Β΄ εκτείνεται ανάμεσα στη βορειοδυτική γωνία του γυμνασίου και την Ανατολική Πύλη της πόλης και αποτελούσε έναν από τους σημαντικούς άξονες της αρχαίας πολεοδομίας.
Το πλέον εντυπωσιακό εύρημα είναι, αναμφίβολα, η ίδια η «Πύλη του Ηρακλή». Γλυπτά ανάγλυφα του πρώιμου 3ου αιώνα μ.Χ. ενσωματώθηκαν, αρκετούς αιώνες αργότερα, σε μια νέα μνημειακή είσοδο κατά την Ύστερη Αρχαιότητα. Εκτός από τις παραστάσεις των Δώδεκα Άθλων, διακρίνονται ανάγλυφα πλαίσια με την Αθηνά, τον Δία, την Άρτεμη, την Υγεία και την Τύχη. Το γεγονός ότι παλαιότερα γλυπτά επαναχρησιμοποιήθηκαν σε ένα μεταγενέστερο οικοδόμημα, φωτίζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή της ζωής της πόλης: τη δημιουργική συνύπαρξη διαφορετικών ιστορικών περιόδων.
Η Σίδη υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πόλεις-λιμάνια της αρχαίας Παμφυλίας, με ένα εκτεταμένο δίκτυο δρόμων που συνέδεε πύλες, δημόσια κτίρια, εμπορικούς χώρους και μνημειακά οικοδομήματα. Οι αρχαιολογικές έρευνες δείχνουν ότι το αστικό αυτό δίκτυο δεν εγκαταλείφθηκε μετά το τέλος της Ρωμαϊκής περιόδου, αλλά συνέχισε να επισκευάζεται και να προσαρμόζεται κατά την Πρώιμη Βυζαντινή εποχή. Η Οδός Β΄ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συνέχειας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, η πρακτική διάσταση της επαναχρησιμοποίησης των γλυπτών. Η Σίδη δεν διέθετε δικά της λατομεία μαρμάρου και εξαρτιόταν από την εισαγωγή του πολύτιμου υλικού. Η επαναχρησιμοποίηση παλαιότερων λιθοδομών και γλυπτών αποτελούσε, επομένως, όχι μόνο μια οικονομικά συμφέρουσα επιλογή, αλλά και μια πρακτική λύση. Η «Πύλη του Ηρακλή» αποτελεί έτσι ένα εντυπωσιακό τεκμήριο της διαχρονικής μεταμόρφωσης της πόλης, όπου η αρχαία τέχνη, η μυθολογία και η πρακτική ανάγκη συναντώνται μέσα στο ίδιο μνημειακό πλαίσιο.
Eφημερίδα Απογευματινή











