Του Δρ. Μάριου Παναγιώτη Ευθυμιόπουλου*
Η νέα δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου απαιτεί προσεκτική ανάγνωση. Οι χαρακτηρισμοί «προκλητική» και «μη εποικοδομητική» προσφέρουν λεκτική ικανοποίηση στην Αθήνα. Δεν συνιστούν, όμως, ρητή νομική απόρριψη ούτε συγκεκριμένη πολιτική δέσμευση αποτροπής της εφαρμογής του. Η παράλληλη πρόσκληση προς Ελλάδα και Τουρκία να επιλύσουν τις διαφορές τους μετατοπίζει το βάρος από την τουρκική ενέργεια στη διμερή διαπραγμάτευση.
Αυτή είναι η αρνητική ουσία της εξέλιξης. Η Ουάσιγκτον επικρίνει την ένταση, χωρίς να προσδιορίζει κόστος για την Άγκυρα ή να απαιτεί ανάκληση. Η Αθήνα αποκτά ευνοϊκή διατύπωση, χωρίς κατοχύρωση αποτελέσματος. Η παρουσίασή της ως διπλωματικής επιτυχίας συγχέει τη λεκτική αποδοκιμασία με την ουσιαστική πολιτική υποστήριξη.
Το πρόβλημα αφορά την πολιτική ισχύος. Η Τουρκία συνδυάζει διεκδικήσεις, οικονομικές σχέσεις, ενεργειακούς σχεδιασμούς και διπλωματική παρουσία. Διευρύνει τη χρησιμότητά της προς εταίρους που διαφωνούν με επιμέρους επιλογές της, περιορίζοντας τις πιθανότητες ουσιαστικής πίεσης.
Στις 22 Οκτωβρίου, ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ και ο Ταγίπ Ερντογάν εγκαινίασαν στρατηγική εταιρική σχέση στο εμπόριο, στην ενέργεια, στην άμυνα και στην ασφάλεια. Στις 23 Οκτωβρίου, η Κωνσταντινούπολη φιλοξένησε υπουργικές συναντήσεις περιφερειακών και ευρωπαϊκών δυνάμεων για ζητήματα της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, νέα τουρκική NAVTEX προβλέπει έρευνες μεταξύ Τουρκίας και κατεχόμενης Κύπρου, συνδεδεμένες με σχεδιαζόμενο αγωγό φυσικού αερίου.
Οι παράλληλες κινήσεις αναδεικνύουν την τουρκική προσπάθεια ανάληψης ρυθμιστικού ρόλου. Η Άγκυρα διεκδικεί, διαπραγματεύεται και εμφανίζεται ως αναγκαίος συνομιλητής. Η εικόνα διεθνούς αποδοχής ενισχύει την ψυχολογική επιρροή της και την προσδοκία ότι διαθέτει πρωτοβουλία κινήσεων.
Στο πεδίο της επικοινωνίας, το δημοσίευμα του Al Jazeera της 25ης Οκτωβρίου εξετάζει επικριτικά την ισραηλινή επενδυτική παρουσία στην Κύπρο. Η κριτική στις επενδύσεις είναι θεμιτή. Η γενικευμένη καχυποψία απέναντι σε επενδυτές λόγω εθνικότητας μπορεί, όμως, να υπονομεύσει κοινωνική εμπιστοσύνη και στρατηγικές συνεργασίες.
Ένα δημοσίευμα δεν αποδεικνύει συντονισμένη υβριδική επιχείρηση. Χρειάζονται στοιχεία πρόθεσης, μεθόδου και διασύνδεσης. Ωστόσο, ο υβριδικός ανταγωνισμός περιλαμβάνει την εργαλειοποίηση πραγματικών ανησυχιών, τον πόλεμο εντυπώσεων και την παραπληροφόρηση. Όταν αυτά συνδυάζονται με οικονομική, διπλωματική και στρατιωτική ισχύ, αποκτούν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Για Ελλάδα και Κύπρο, το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο στηρίζουν την υπεράσπιση των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων. Η νομική θεμελίωση χρειάζεται πολιτική εφαρμογή και αποτρεπτική αξιοπιστία. Η επίκλησή της, χωρίς συνεκτική στρατηγική, αφήνει χώρο στην παραγωγή τετελεσμένων.
Η εξωτερική πολιτική χρειάζεται μετρήσιμους στόχους, κατανομή ευθυνών και αξιολόγηση αποτελεσμάτων, ώστε κάθε συμφωνία, επένδυση και δημόσια παρέμβαση να υπηρετεί την εθνική ασφάλεια και τη διεθνή θέση των χωρών μας.
Τέλος στον κατευνασμό. Ας περάσουμε στην πολιτική ισχύος. Η πίεση μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία οικοδόμησης εξωτερικής πολιτικής με πυλώνες και βάθος: αξιόπιστη άμυνα, συμμαχίες με συγκεκριμένες δεσμεύσεις, ενεργειακές και εμπορικές διασυνδέσεις, διαρκή παρουσία στα κέντρα αποφάσεων και τεκμηριωμένη αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης. Χρειάζεται συνέχεια, θεσμική μνήμη και συντονισμός Αθήνας και Λευκωσίας. Η επιτυχία μετριέται στην προστασία δικαιωμάτων, στην αποτροπή τετελεσμένων και στην ικανότητα διαμόρφωσης εξελίξεων.
*Ο κ. Ευθυμιόπουλος είναι αναπληρωτή καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Πανεπιστήμιο Vytautas Magnus, Γενικός Διευθυντής του Strategy International
Εφημερίδα Απογευματινή
Οι χαρακτηρισμοί «προκλητική» και «μη εποικοδομητική» προσφέρουν λεκτική ικανοποίηση στην Αθήνα. Δεν συνιστούν, όμως, ρητή νομική απόρριψη ούτε συγκεκριμένη πολιτική δέσμευση αποτροπής της εφαρμογής του.





