Η προσωπική µυθολογία και η «φαρέτρα» του ποιητή

Στους στίχους του Μάνου Ελευθερίου βρίσκεται αφομοιωμένη, εκτός από τη δημοτική παράδοση, η γραφή του Σολωμού, του Καρυωτάκη και του Καβάφη, κατάσπαρτη με λέξεις και εικόνες της δραματικής μοίρας του Ελληνισμού μετά τη Χούντα
22:03 - 26 Μαΐου 2026
Μάνος Ελευθερίου
Στους στίχους του Μάνου Ελευθερίου αποτυπώνονται ανάγλυφα εικόνες που αφηγούνται τις ιστορίες γενεών

Η «Θητεία», ένα από τα σηµαντικότερα και πιο «σκοτεινά» έργα του Μαρκόπουλου, επίλογος στην πρώτη άτυπη τετραλογία του που ξεκινά µε το «Χρονικό», αποτελεί ένα βήµα παραπέρα σε ήδη κατακτηµένα εδάφη. Οι στίχοι του έργου, σύµφωνα µε τον Μάνο Ελευθερίου, προέρχονται από ένα κείµενο σε µορφή όπερας που είχε ολοκληρώσει ο ίδιος έχοντας στο µυαλό του ένα τραγούδι-ποταµό, επηρεασµένος από αντίστοιχα έργα του Θεοδωράκη. Ο ποιητής έδωσε στον Μαρκόπουλο το έργο κι αυτός, µε αφορµή θέµατα και µοτίβα που εντόπισε, άρχισε να σχεδιάζει ένα καινούργιο σύνολο, που πιθανόν θα έπαιρνε τη µορφή µιας νέας µουσικής φόρµας.

Ο Μαρκόπουλος εργάστηκε για τη σύνθεση της «Θητείας» από το 1970 περίπου, σχεδιάζοντας αρχικά 14 µέρη από τα συνολικά περίπου 20. Το έργο πήρε
την οριστική του µορφή (9 µέρη) µέσα στα χρόνια 1972-73 και αποσαφηνίστηκε σε πολλά ερµηνευτικά και ενορχηστρωτικά του σηµεία στη «Λήδρα», όπου
ακούστηκαν τα πρώτα του αποσπάσµατα µε τον Ξυλούρη και τις γυναικείες φωνές που χρησιµοποιούσε εκεί ο συνθέτης.

Το έργο ηχογραφείται τις µέρες που προηγήθηκαν των γεγονότων του Πολυτεχνείου και κυκλοφορεί έπειτα από αρκετές περιπέτειες µε τη λογοκρισία στις 7.4.74, τρεις µήνες πριν από την εισβολή στην Κύπρο και την πτώση της χούντας.

Ο Ελευθερίου σηµείωνε: «Ο τίτλος “Θητεία” είχε χρησιµοποιηθεί ήδη σε κάποια βιβλία, εγώ τον χρησιµοποίησα εννοώντας κυριολεκτικά τη στρατιωτική θητεία κατ’ αρχήν, αλλά, κατά δεύτερο λόγο, και τη θητεία κάποιου σ’ αυτό που ο ίδιος ή οι άλλοι τον έχουν τάξει».

Ευγενής θλίψη

Ξεκινά µε το κλάµα ενός µωρού που εισάγει το βασικό θέµα. Μια µελωδία από το όµποε που αποπνέει µιαν ευγενή θλίψη. Γυρνάµε λοιπόν έτσι στην αρχή της
ζωής, που όµως η πορεία της, απ’ ό,τι ήδη διαισθανόµαστε, δεν θα είναι µια φωτεινή γιορτή, αλλά ένας διαρκής αγώνας.

Τα «Λόγια και τα χρόνια» αποτελούν, και γι’ αυτό τοποθετούνται ως εναρκτήριο τραγούδι, το πρώτο και ίσως σηµαντικότερο κοµβικό σηµείο-διακήρυξη της
«Θητείας». Επιχειρούν µια ιστορική αποτίµηση όλης της µετακατοχικής περιόδου, συµπυκνωµένη µέσα από ένα σύστηµα συµβολισµών και έναν ιδιαίτερα
κρυπτογραφικό λόγο, που όµως τελικά καταφέρνει να περάσει τα µηνύµατά του. Μιλούν για µια γενιά και µια εποχή χαµένη στις µυλόπετρες του πολέµου, του µίσους, της επιβολής, του εκτοπισµού.

Στο πλαίσιο αυτό η µοίρα όσων είχαν την τύχη (ή, ακριβέστερα, ατυχία) να ανδρωθούν τότε («Η µοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει / στον κόσµο αυτόν να ρίξω πετονιά») γίνεται τραγική:

Τα λόγια και τα χρόνια
τα χαµένα
και τους καηµούς
που σκέπασε καπνός
η ξενιτειά τα βρήκε
αδερφωµένα.
Κ’ οι ξαφνικές χαρές
που ήρθαν για µένα
ήταν σε δάσος
µαύρο κεραυνός.

Από τις οκτώ στροφές του αρχικού ποιήµατος χρησιµοποιήθηκαν οι πέντε πρώτες. «Το Καριοφίλι, µάνα µου» που ακολουθεί µας εισάγει σε κατοικηµένα τοπία πολιτείας. Ταυτίζεται µε µια καθηµερινότητα βασανιστική, σκληρή, σκυφτή και υποτακτική:

…την πρώτη µέρα συζητάς για
την ακρίβεια
Μαζεύεις ξύλα για το τζάκι σου
τη δεύτερη
µιλάς µε τη φωτιά την τρίτη και
την τέταρτη.

Ο θάνατος αιωρείται και είναι παντού. Η µυθολογία της ζωής των κλεφτών της Επανάστασης που πήραν τα βουνά χρησιµοποιείται µε αλληγορικές προεκτάσεις. Οι λέξεις και οι φράσεις είναι αιχµηρές, κοφτές και αιµάτινες («λυσσοµανάει ο θανατάς, ο κουρνιαχτός στη µαύρη πεδιάδα»).

Στο τρίτο τραγούδι, το ρωµαλέο ζεϊµπέκικο «Κ’ είδα γυναίκες»,  µεταφερόµαστε πιο πίσω στον χρόνο, σε µια σολωµική ατµόσφαιρα που θυµίζει τη «Γυναίκα της Ζάκυθος». Οι τελευταίοι του στίχοι είναι ενδεικτικοί και πραγµατοποιούν ένα διαχρονικό σχόλιο, που ταιριάζει και ανάγεται βέβαια σε πολιτικά γεγονότα προδοσίας και διάψευσης όλης της 25ετίας 1950-75:

Και βρήκα φίλο τον εχθρό και
την αλήθεια αίµα.
Τον στιχοπλόκο στο νερό να ζητιανεύει τον καιρό
και να µετράει κρυφά το ψέµα.
Και πήρα πίσω το στρατί στις
ερηµιές του κόσµου.
Εκεί που οι άνθρωποι ψωµί
τρώνε πικρό κ’ οι στεναγµοί
θα ’ναι τ’ αυριανό το φως µου.

Το «Πήραν τ’ Ανάπλι» που ακολουθεί χρησιµοποιεί εύστοχα τον υπότιτλο σε παρένθεση «Σαν µεσαιωνικό τραγούδι», κι αυτό διότι ηχητικά και λεκτικά
πραγµατοποιεί µια µεγαλύτερη βουτιά στον χρόνο. Θα µπορούσαµε να το θεωρήσουµε µια νεότερη σπουδή σε δηµοτικά µοτίβα στον στίχο, αφού χρησιµοποιεί αυτούσιες φράσεις από κει.

Τα «Μαλαµατένια λόγια», παρακάτω, από τα πιο γνωστά τραγούδια του Μαρκόπουλου, αποτελεί κοµβικό σηµείο της δοµής του έργου. Ο ίδιος τα χαρακτηρίζει πολύ εύστοχα ως «νέα κάλαντα». Είναι το τελευταίο κοµµάτι που γράφτηκε για το έργο και αποτελεί ένα είδος χορικού µέσα σ’ αυτό. Από τις αρχικά εννιά στροφές του χρησιµοποιούνται οι οκτώ πρώτες, τοποθετηµένες σε αναδιατεταγµένη σειρά. Στα «Μαλαµατένια λόγια» γίνεται (όπως επίσης στα «Λόγια και τα χρόνια») µια δεύτερη αποτίµηση για το αδιέξοδο των οραµάτων.

Στους στίχους του Ελευθερίου βρίσκεται χωνεµένη και πλήρως αφοµοιωµένη, εκτός από τη δηµοτική παράδοση, όλη η µεταγενέστερη ποιητική Θητεία από τον Σολωµό των ώριµων έργων («γυναίκες στη γωνιά µ’ ασετιλίνη») στον Σεφέρη («Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία»), αλλά µε έναν προσωπικό τρόπο και γραφή που διατηρεί λέξεις-κλειδιά και σύµβολα (Μαλαµατένια λόγια, το µαντίλι, χρυσά κυπαρισσόµηλα στον Αδη), τοποθετώντας τα όµως σε ένα νέο πλαίσιο, καθώς συνδυάζονται µε λέξεις και εικόνες της καθηµερινότητας («και γύρισε καπάκι η ζωή», «καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία και να ’σουν ράφτρα µες στην Κοκκινιά»), και ιστορικές αναφορές της δραµατικής µοίρας του νεότερου Ελληνισµού («Γυρίσανε πολλοί σηµαδεµένοι / απ’ του καιρού την άγρια πληρωµή /…/ Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι»).

∆ιαρκής αντίθεση

Ενδεικτική του προσωπικού ύφους του ποιητή είναι αυτή η διαρκής αντίθεση, που ακροβατεί εύστοχα µεταξύ µιας λυρικής ποιητικότατης γραφής («και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέµει / και το µαράζι δίχως αφορµή») κι ενός ρεαλιστικού λεξιλογίου που περικλείει µια καρυωτακική αίσθηση κενού ή πίκρας.

Ολες οι λέξεις ανήκουν στην απόλυτα προσωπική µυθολογία και φαρέτρα του ποιητή, έχουν χρησιµοποιηθεί στα προηγούµενα κείµενά του και αξιοποιούνται τακτικά έως σήµερα (η συµµορία, ο φονιάς, οι ληστές, το σεργιάνι, το µαράζι, τα χρόνια, τα δίχτυα). Πολλοί στίχοι, λέξεις και εικόνες, εξάλλου, παραλλαγµένα, από τα «Μαλαµατένια λόγια» συναντώνται και στις ποιητικές συλλογές του Ελευθερίου («Μαθήµατα µουσικής», «Τα ξόρκια») που κυκλοφόρησαν εκείνη την περίοδο.

Ο στίχος «κι όχι να ζεις µ’ αυτή τη συµµορία» άλλαξε σε «κι όχι να ζεις µ’ αυτή την κοµπανία», ενώ το «ξηµερώνοντας Παρασκευή» έγινε «ξηµερώνοντας
µέρα κακή». Μικρό το κακό για ένα τόσο µεγάλο τραγούδι.

Το «Στη βρύση και στον ποταµό» που ακολουθεί ξεκινά µε το ικετευτικό πρόσταγµα «Φύλαξε τα στενά που µια φορά περπάτησες». Τα στενά, βέβαια, αυτά
αποκτούν αυτόµατα τόσο µεγάλο χρονικό εύρος που µπορούν να παραπέµψουν κάποιον σε µια συλλογική πολιτισµική µάχη των αρχαίων χρόνων, έως
µια καβαφική µάχη αξιοπρέπειας και ιδανικών σε προσωπικό επίπεδο.

Τη δόξα των ανθρώπων δε γυρίζω στης πέτρας την παλιά τη
συλλογή.
Κι άλλο απ’ το µαύρο χόρτο δεν
γνωρίζω, παρά µονάχα σκέφτοµαι κι ελπίζω, ποια λόγια θα περάσουν την πληγή
και τι θα ξεχαστεί µ’ αυτά που
χτίζω. Οσοι θα βρουν το φως να
λιγοστεύει και την καρδιά κρεµάσουν σε κλαδί /…/
Σ’ αυτούς η µοναξιά κ’ η λησµοσύνη κ’ η πέτρα δίχως χώµα
και νερό.
Γι’ αυτούς µέσα στον ύπνο τους
θα µείνει τ’ αηδόνι και το πλοίο
ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ
µε δυο χιλιάδες φόρτωµα πικρό
στο γέλιο των κυµάτων που σ’ αφήνει.

Οι παραπάνω στίχοι του επιλόγου από «Τα λόγια και τα χρόνια» είναι οι καταληκτικοί. Τοποθετούνται εδώ από τον συνθέτη για να ολοκληρώσουν τον κύκλο του έργου και να δηµιουργήσουν σύνδεση µε την έναρξη. Αν στεκόµαστε σε µια φιλολογική προσέγγιση που θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα θα ανιχνεύαµε έναν διάλογο
του Ελευθερίου µε το σεφερικό «Ναυάγιο της Κίχλης». Μόνο το όνοµα του πλοίου αλλάζει, για να παραπέµψει σε δραµατικά γεγονότα µεταγενέστερα (µεταφορά πολιτικών κρατουµένων).

Κυριακάτικη Απογευματινή