. . . Αντίο Αντωνάκη μου

Στο πάνθεον των μεγάλων πρωταγωνιστών πέρασε η Μάρω Κοντού, η οποία «έφυγε» σε ηλικία 92 ετών σφραγίζοντας ένα σημαντικό κεφάλαιο της χρυσής εποχής του κινηματογράφου
14:50 - 16 Ιουλίου 2026
Μάρω Κοντού
Η Μάρω Κοντού από φωτογράφηση, κάτω από την ταινία «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» με τον Γιώργο Κωνσταντίνου, πάνω σε σκηνή μαζί με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και κάτω δεξιά με τον Δημήτρη Ρέππα σε συνεδρίαση της Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής το 2003

Ένα ακόμη σπουδαίο κεφάλαιο της χρυσής εποχής του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου κλείνει με την απώλεια της Μάρως Κοντού. Η αγαπημένη πρωταγωνίστρια έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών, αφήνοντας πίσω της μια πορεία που εκτείνεται σε περισσότερες από πέντε δεκαετίες και ένα έργο που αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Υπήρξε μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες και αγαπητές μορφές της ελληνικής σκηνής. Ψηλή, αρχοντική, κομψή και με μια φυσική φινέτσα που τη συνόδευε σε όλη της τη ζωή, η Μάρω Κοντού δεν στηρίχθηκε ποτέ μόνο στην εντυπωσιακή της παρουσία. Το μεγάλο της όπλο ήταν το υποκριτικό της ταλέντο, η πειθαρχία και η ικανότητά της να υπηρετεί κάθε ρόλο με αλήθεια – είτε επρόκειτο για κωμωδία είτε για δράμα.

Γεννημένη ως Μαριάνθη Κοντού στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι, έκανε τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα στη σχολή χορού της Κούλας Πράτσικα. Αλλά ήταν η συμμετοχή της στον χορό του αρχαίου δράματος του Εθνικού Θεάτρου, από το 1953 έως το 1958, που αποκάλυψε τις τεράστιες δυνατότητές της. Δεν άργησε να αποκτήσει άδεια ηθοποιού και να περάσει -περίπου νομοτελειακά- στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ξεκινώντας μια λαμπρή πορεία που ελάχιστοι κατάφεραν να ακολουθήσουν με τόσο σταθερή συνέπεια και αποδοχή.

Μάρω Κοντού

Κοντού Μάρω

Διαχρονικές

Άλλωστε, η θεατρική της διαδρομή περιλάμβανε περίπου 90 έργα, ενώ στον κινηματογράφο συμμετείχε σε σχεδόν 60 ταινίες, οι περισσότερες από τις οποίες παραμένουν διαχρονικές. Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1954 στο «Χαρούμενο ξεκίνημα» της Φίνος Φιλμ που σκηνοθέτησε ο Ντίνος Δημόπουλος, σε μια σύντομη αλλά χαρακτηριστική παρουσία δίπλα στη νεαρή τότε Μαίρη Χρονοπούλου. Αυτή δεν ήταν παρά μόνο η αρχή μιας πορείας που θα τη μετέτρεπε σε ένα από τα πιο δημοφιλή και αναγνωρίσιμα πρόσωπα του ελληνικού σινεμά.

Σημαντικός σταθμός στην καριέρα της υπήρξε το 1959, όταν κλήθηκε να αντικαταστήσει την Έλλη Λαμπέτη δίπλα στον Δημήτρη Χορν, τόσο στο θέατρο όσο και αργότερα στην κινηματογραφική μεταφορά του «Αλλοίμονο στους νέους». Η πρόκληση ήταν τεράστια, όμως η Μάρω Κοντού απέδειξε ότι διέθετε την προσωπικότητα και το εκτόπισμα για να σταθεί ισάξια δίπλα στους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές της εποχής.

Και, βέβαια, κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι το γεγονός ότι έπαιξε σε ταινίες όπως «Τα κίτρινα γάντια», «Έγκλημα στο Κολωνάκι», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», «Επτά χρόνια γάμου» και «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» (σε ένα πραγματικό ρεσιτάλ ηθοποιίας με τον Γιώργο Κωνσταντίνου), δίνοντας ερμηνείες που θα την καθιέρωναν ως μία από τις κορυφαίες πρωταγωνίστριες του ελληνικού κινηματογράφου όλων των εποχών. Πάντως, εάν κάτι την έκανε να ξεχωρίζει είναι ότι διέθετε μια σπάνια ισορροπία ανάμεσα στην κομψότητα και το χιούμορ, ενώ μπορούσε με την ίδια άνεση να υπηρετήσει την ανάλαφρη κωμωδία καθώς και πιο απαιτητικούς δραματικούς χαρακτήρες.

Με τον Λάμπρο

Αναμφίβολα, ξεχωριστή θέση στην καλλιτεχνική της διαδρομή κατέχει η συνεργασία της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Οι δυο τους δημιούργησαν ένα από τα πιο αγαπημένα κινηματογραφικά ζευγάρια όλων των εποχών, με κορυφαία ίσως στιγμή τον «Μπλοφατζή», το 1970, σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη. Η «χημεία» τους ήταν τόσο αβίαστη και πειστική, ώστε για χρόνια πολλοί πίστευαν πως τους ένωνε σχέση και εκτός πλατό! Εκείνους, ωστόσο, τους συνέδεε μια βαθιά εκτίμηση και μια σπάνια καλλιτεχνική συνεννόηση, η οποία αποτυπωνόταν στις κοινές τους εμφανίσεις.

Λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό ήταν η εξαιρετική φωνή της. Κι όμως! Συμμετείχε στην ιστορική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ ερμήνευσε με ευαισθησία τραγούδια -όπως η περίφημη «Μαύρη Φορντ»- που αγαπήθηκαν και συνδέθηκαν με τον ελληνικό κινηματογράφο, αποδεικνύοντας ότι το καλλιτεχνικό της εύρος και το ερμηνευτικό της βάθος ξεπερνούσαν τα όρια της υποκριτικής.

Και ακόμη, εκτός από τέτοιου διαμετρήματος καλλιτέχνιδα, ασχολήθηκε και με την πολιτική ως στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας. Μάλιστα, από τη δεκαετία του 1990 επέλεξε να ασχοληθεί ενεργά με τα κοινά, υπηρετώντας ως δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων και αργότερα ως βουλευτής Α΄ Αθηνών. Πάνω απ’ όλα, όμως, η παρουσία της στον δημόσιο βίο χαρακτηρίστηκε από συνέπεια και διάθεση προσφοράς, στοιχεία που τη διέκριναν σε όλη της τη ζωή. Ανήκε σε μια γενιά καλλιτεχνών που αντιμετώπιζαν την τέχνη ως λειτούργημα. Δεν επιδίωξε ποτέ τον εύκολο εντυπωσιασμό. Με επαγγελματισμό, ήθος και αξιοπρέπεια κέρδισε τον σεβασμό συναδέλφων και κοινού, μέχρι το τέλος.

Σίγουρα, η απουσία της αφήνει ένα ακόμη μεγάλο κενό σε μια γενιά χαρισματικών καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν την ταυτότητα του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Όμως, οι θεατρικές της ερμηνείες, οι αναμνήσεις που χάρισε σε τόσους θεατές από διαφορετικές γενιές και οι ταινίες της θα εξακολουθούν να κρατούν ζωντανή την παρουσία της. Η Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή, αλλά περνάει οριστικά στην ιστορία: εκεί όπου ανήκουν οι πραγματικά μεγάλες κυρίες της ελληνικής σκηνής…

Δήλωση Μητσοτάκη

«Με συγκίνηση αποχαιρετούμε τη Μάρω Κοντού. Μια σπουδαία κυρία της “χρυσής εποχής” του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου, που ξεχώρισε με το πλούσιο ταλέντο της και την απαράμιλλη γοητεία της. Επί δεκαετίες υπηρέτησε την υποκριτική. Με την ίδια συνέπεια ωστόσο, συμμετείχε και στα κοινά, έχοντας διατελέσει βουλευτής της παράταξής μας όπως και δημοτική σύμβουλος Αθηναίων», ανέφερε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, σε ανάρτησή του στο Facebook. Από την πλευρά της, η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, τόνισε: «Άνθρωπος με βαθιά μόρφωση και έντονες ανησυχίες, η Μάρω Κοντού διέπρεψε ως καλλιτέχνιδα, χωρίς ποτέ να σπαταλήσει το ταλέντο της. Το ίδιο ανιδιοτελής και γόνιμη υπήρξε και η ενασχόλησή της με τον δημόσιο βίο, από τα έδρανα της Βουλής των Ελλήνων και από το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων».  «Αντίο Ελενίτσα μου. Άλλα είχαμε συμφωνήσει. Έφυγε μια σπουδαία φίλη. Μια σπουδαία κυρία. Όλα τα άλλα δεν έχουν κανένα νόημα. Ούτε οι βαρύγδουπες δηλώσεις ούτε τίποτα. Η Μάρω ήταν και θα είναι ένα αγαπημένο πρόσωπο», έγραψε χαρακτηριστικά στην ανάρτησή του συντετριμμένος ο μεγάλος συμπρωταγωνιστής και φίλος της, Γιώργος Κωνσταντίνου.  Αύριο, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών την Παρασκευή στις 11:00 το πρωί θα αποχαιρετήσουν για τελευταία φορά τη Μάρω Κοντού φίλοι, συγγενείς και συνάδελφοί της. Ο Πρόεδρος της Βουλής, Νικήτας Κακλαμάνης, αναμένεται να εκφωνήσει επικήδειο στην εξόδιο ακολουθία, καθώς ήταν και στενός της φίλος.

Γρηγόρης Βαλτινός: «Χάθηκε ένα πρότυπο ανθρώπου, συνεργάτη και ηθοποιού»

«Η Μάρω – έτσι ήθελε να τη λέμε, αν κάποιος την αποκαλούσε “κυρία Κοντού”, τον διόρθωνε- ήταν ένας σπάνιος, μαγικός άνθρωπος. Συνηθίζουμε να λέμε τα καλύτερα για όσους φεύγουν από τη ζωή, όμως στην περίπτωση της Μάρως αυτά ισχύουν στο εκατό τοις εκατό. Ήταν μια γυναίκα γεμάτη ζωή, ενέργεια, συνέπεια, πειθαρχία, καλοσύνη και αίσθημα δικαιοσύνης. Είχε όλες εκείνες τις αρετές που πρέπει να διαθέτει ένας άνθρωπος για να αποτελεί ένα σωστό μέλος της κοινωνίας, ένας άνθρωπος που κάνει το σύνολο καλύτερο. Η δική μου εμπειρία από τη συνεργασία μας στη “Γη της Ελιάς” ήταν πραγματικά μοναδική. Παρά την ηλικία της, ερχόταν πάντα απόλυτα προετοιμασμένη στα γυρίσματα. Και όταν λέω προετοιμασμένη, εννοώ ότι δεν κρατούσε ποτέ χαρτί στα χέρια της για να θυμηθεί τα λόγια της. Όλοι οι υπόλοιποι έχουμε συνήθως το σενάριο ή κάποιες σημειώσεις πριν από μια σκηνή. Η Μάρω δεν την είδα ποτέ να κρατά χαρτί. Ήξερε απ’ έξω όχι μόνο τα δικά της λόγια, αλλά και τις ατάκες των συμπρωταγωνιστών της. Μάλιστα, αν κάποιος έκανε λάθος, του έλεγε: “Όχι, εδώ δεν λες αυτό. Λες εκείνο”. Ήταν πραγματικά ασύλληπτο. Και τότε καταλαβαίνεις ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο, ούτε στην τέχνη ούτε στη ζωή: Η πορεία της στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, αλλά και η παρουσία της στον δημόσιο βίο και την πολιτική, άφησαν το καλύτερο αποτύπωμα. Οι άνθρωποι μιλούν μεταξύ τους, οι συνάδελφοι θυμούνται τις συνεργασίες τους, και πραγματικά δεν πιστεύω ότι θα βρεθεί άνθρωπος να πει κάτι αρνητικό για τη Μάρω Κοντού. Είναι μια πολύ μεγάλη απώλεια. Όχι επειδή δεν είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου – αυτό είναι η φυσική πορεία της ζωής. Είναι μεγάλη απώλεια γιατί χάνεται ένα πρότυπο. Με τη Μάρω Κοντού χάνεται ένα πρότυπο ανθρώπου, συνεργάτη και ηθοποιού. Ήταν πραγματικά ένας άνθρωπος-πρότυπο», δήλωσε στην «Α» ο Γρηγόρης Βαλτινός.

Κοντού Βαλτινός

Λυδία Κονιόρδου: «Λεβέντισσα γυναίκα εξαιρετικά γενναιόδωρη»

«Όπως όλοι μας, γνώριζα τη Μάρω Κοντού από τις ταινίες της, από την ομορφιά που σκόρπιζε στον ελληνικό κινηματογράφο και από το μοναδικό της χιούμορ. Τη γνώρισα όμως από κοντά τα τελευταία πέντε χρόνια, μέσα από τη συνεργασία μας στη “Γη της Ελιάς”, και ήταν μεγάλη μου τιμή. Για μένα ήταν ένα πραγματικό μάθημα να βρίσκομαι δίπλα της. Πάνω απ’ όλα, θαύμαζα αυτή τη λεβέντισσα γυναίκα. Δεν άφηνε ποτέ τίποτα να πέσει κάτω. Ήταν πάντα ανοιχτή, γενναιόδωρη και πρόθυμη απέναντι σε όλους. Είχε εξαιρετικό επαγγελματικό ήθος. Ήταν πάντοτε στην ώρα της, απόλυτα προετοιμασμένη και πάντα βοηθητική. Ενδιαφερόταν ειλικρινά για τους συναδέλφους της και ήταν πάντα εκεί αν κάποιος χρειαζόταν τη βοήθειά της. Την αγαπήσαμε όλοι. Ήταν πραγματική χαρά να δουλεύεις μαζί της. Εγώ προσωπικά μάθαινα από τη Μάρω και τη θαύμαζα καθημερινά. Την έβλεπα να μεταμορφώνεται μπροστά στην κάμερα και να γίνεται μια πραγματική κούκλα. Είναι πολύ κρίμα που έφυγε. Ήταν όμως ένας άνθρωπος φιλοσοφημένος. Έφυγε ήσυχη, χωρίς αγωνίες, έχοντας μια βαθιά συμφιλίωση με τη ζωή. Ήταν ένας βαθιά δοτικός άνθρωπος, εξαιρετικά γενναιόδωρη. Ενδιαφερόταν για τους συναδέλφους της, για τη δουλειά συνολικά, για ό,τι συνέβαινε γύρω της, και όχι μόνο για τον εαυτό της. Αυτή ήταν η Μάρω Κοντού», ανέφερε στην «Α» η Λυδία Κονιόρδου.

Τάσος Ιορδανίδης: «Είχε απίστευτη οξύτητα σκέψης και πνεύματος»

«Ήταν τιμή, χαρά και ευλογία να συνεργαστώ με τη Μάρω Κοντού στα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς “Η Γη της Ελιάς”. Νομίζω πως έφυγε μία από τις τελευταίες πραγματικές σταρ της ελληνικής υποκριτικής τέχνης, του ελληνικού κινηματογράφου, του θεάτρου και της τηλεόρασης. Παρά την τεράστια διαδρομή της, δεν υπάρχει άνθρωπος να πει κάτι αρνητικό για τη Μάρω Κοντού. Και αυτό δεν είναι καθόλου συνηθισμένο, σε κανέναν επαγγελματικό χώρο. Όλοι έχουν να πουν μόνο καλά λόγια για εκείνη. Ήταν ένας άνθρωπος με σπουδαία πνευματικότητα, εξαιρετικό χιούμορ και οξύτατο πνεύμα. Ήταν πανέξυπνη και γνώριζε πολύ καλά ότι, για να προκύψει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, χρειάζεται συναγωνισμός και όχι ανταγωνισμός. Αυτό ήταν ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα που πήρα από τη συνεργασία μας. Ήξερε την κάμερα όσο λίγοι. Ήταν τόσο γοητευτική μπροστά στον φακό, που κάθε σκηνή μαζί της αποτελούσε μάθημα υποκριτικής. Και στα παρασκήνια, όμως, ήταν το ίδιο απολαυστική. Είχε απίστευτο χιούμορ, απίστευτη οξύτητα σκέψης και πνεύματος και έκανε την παρέα να γελά συνεχώς. Είμαστε πλέον πιο φτωχοί. Ξέρω ότι ακούγεται σαν μια φράση που λέγεται συχνά σε τέτοιες στιγμές, όμως είναι αλήθεια. Με ανθρώπους σαν τη Μάρω Κοντού ο χώρος μας φτωχαίνει σιγά σιγά. Αν θα ήθελα να συνοψίσω όσα αισθάνομαι για εκείνη με μία μόνο φράση, θα δανειζόμουν τον τίτλο της σπουδαίας ταινίας στην οποία πρωταγωνίστησε δίπλα στον Δημήτρη Χορν: “Αλλοίμονο στους νέους”. Γιατί όταν η Μάρω, σε αυτή την ηλικία, ερχόταν στα γυρίσματα και μας “έβαζε τα γυαλιά” με τον επαγγελματισμό, τη ζωντάνια και την ενέργειά της, δεν μπορούσες παρά να σκεφτείς ακριβώς αυτό: αλίμονο στους νέους! Μακάρι όλοι εμείς να κληρονομήσουμε κάτι από τον επαγγελματισμό, το ήθος και τη δίψα για ζωή που είχε η Μάρω Κοντού. Αυτό θα είναι ίσως η σημαντικότερη παρακαταθήκη που αφήνει πίσω της».

Εφημερίδα Απογευματινή