42.000.000 € για την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων Θεσσαλονίκης

Σε δημόσια διαβούλευση από τις 15 Σεπτεμβρίου οι προτάσεις του έργου, δημοπράτηση το 2027 και παράδοση το 2030
12:30 - 7 Σεπτεμβρίου 2026

Παρουσιάστηκε στη 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης η πρόταση που κέρδισε το πρώτο βραβείο για την ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων και μνημείων από το ΥΠΠΟ στο ιστορικό κέντρο της συμπρωτεύουσας. Πρόκειται για ένα έργο στρατηγικής σημασίας για την πολιτιστική πολιτική και τον αστικό μετασχηματισμό της πόλης. Η παρουσίαση του masterplan της ανάδειξης των μνημείων πραγματοποιήθηκε παρουσία της υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, και του δημάρχου Θεσσαλονίκης, Στέλιου Αγγελούδη, με ορίζοντα ολοκλήρωσης του συνολικού σχεδιασμού το 2030. Μάλιστα, από τις 15 Σεπτεμβρίου και για έναν μήνα οι προτάσεις του διαγωνισμού θα τεθούν σε δημόσια διαβούλευση, ενώ η επίσημη δημοπράτηση του έργου έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί εντός του 2027.

Το έργο στηρίζεται σε μια ήδη διαμορφωμένη επενδυτική βάση: περίπου 42.000.000 ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης έχουν απορροφηθεί σε έργα αποκατάστασης και ανάδειξης μνημείων και πολιτιστικών υποδομών στη Θεσσαλονίκη. Όπως εξηγεί χαρακτηριστικά η Λίνα Μενδώνη: «Η νέα εικόνα της οδού Εγνατίας μετά την αποκατάσταση του Αλκαζάρ, η ολοκλήρωση των εργασιών στο Μπέη Χαμάμ λίγα μέτρα πιο πέρα, τα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης που αποκαταστάθηκαν και αποδόθηκαν ή αποδίδονται στους πολίτες, αλλά και σημαντικές παρεμβάσεις σε σύγχρονους πολιτιστικούς οργανισμούς αποτελούν μέρος των έργων που υλοποιήθηκαν με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας».

«Σκελετός»

Όσο για τον πολεοδομικό σχεδιασμό της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων και των μνημείων της Θεσσαλονίκης, χρησιμοποιεί τους βασικούς δρόμους του ιστορικού κέντρου ως «σκελετό», πάνω στον οποίο θα συνδεθούν μεταξύ τους τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι. Οριζόντιος άξονας στην οριοθέτηση θα είναι η Εγνατίας και κάθετος η Αριστοτέλους, σε αυτό το πλέγμα εντάσσονται ακόμα η οδός Γούναρη, ο άξονας των δυτικών τειχών, η οδός Βενιζέλου καθώς και η οδός Αγίας Σοφίας, ενώ οι οδοί Ολύμπου και Ερμού – Σβώλου συμπληρώνουν τις χαράξεις.

Σύμφωνα με αυτό το φιλόδοξο σχέδιο που παρουσιάστηκε στη ΔΕΘ και το οποίο φέρει την υπογραφή των αρχιτεκτόνων Αντώνη Τασούλη και Γιώργου Αποστολόπουλου, είκοσι περίπου σημαντικά μνημεία και αρχαιολογικοί χώροι θα λειτουργούν ως ένα ενιαίο πολιτιστικό και αστικό δίκτυο. Η επιδίωξη είναι να δημιουργηθεί ουσιαστικά ένα «υπαίθριο μουσείο» μέσα στην ίδια την πόλη! Στην ουσία η λογική αυτή αποτυπώνεται στην ιδέα της «διπλής αποκατάστασης»: εκτός από την προστασία και ανάδειξη του μνημείου, αποκαθίσταται και η σχέση του με τον σύγχρονο δημόσιο χώρο.

Στον πυρήνα του δικτύου βρίσκεται η Ρωμαϊκή Αγορά, το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, με δημόσια κτίρια, χώρους εμπορίου και ωδείο. Σημαντικός κόμβος είναι και ο ναός του Αγίου Δημητρίου, κορυφαίο παλαιοχριστιανικό και βυζαντινό μνημείο, που συνδέεται με τη λατρεία του πολιούχου της πόλης.

Η Ροτόντα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διαχρονικής χρήσης ενός μνημείου: κατασκευάστηκε στις αρχές του 4ου αιώνα στο πλαίσιο του συγκροτήματος του Γαλερίου, μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό και αργότερα σε τζαμί και τώρα αποτελεί ένα από τα βασικά ατού της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Θεσσαλονίκης. Στο ίδιο ρωμαϊκό σύνολο εντάσσονται η Αψίδα του Γαλερίου και τα κατάλοιπα του ανακτορικού συγκροτήματος.

Σύνδεση

Ο Λευκός Πύργος, εμβληματικό τμήμα της οθωμανικής οχύρωσης, αποτελεί επίσης βασικό σημείο του δικτύου, με την ένταξή του στην ευρύτερη πολιτιστική διαδρομή να ενισχύει τη σύνδεση του ιστορικού κέντρου με το παραλιακό μέτωπο. Στο δίκτυο περιλαμβάνονται ακόμα η Αχειροποίητος, παλαιοχριστιανική βασιλική του 5ου αιώνα και ένα από τα σημαντικότερα πρώιμα χριστιανικά μνημεία της πόλης, ο Άγιος Παντελεήμων, ναός της ύστερης βυζαντινής περιόδου, και οι Άγιοι Απόστολοι, σημαντικό μνημείο του 14ου αιώνα.

Και, βέβαια, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα αρχαιολογικά σύνολα στους σταθμούς Βενιζέλου και Αγίας Σοφίας, που αποκαλύπτουν τη διαχρονική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης από την ελληνιστική εποχή έως τους νεότερους χρόνους. Στη Βενιζέλου εντοπίστηκαν οι παλαιότερες οικοδομικές φάσεις καθώς και ο decumanus maximus, η κεντρική οδική αρτηρία της ρωμαϊκής πόλης, που διατηρήθηκε στη βυζαντινή Μέση Οδό και αντιστοιχεί περίπου στη σημερινή Εγνατία. Στην Αγίας Σοφίας αποκαλύφθηκαν η διασταύρωση του decumanus με τον cardo, μαρμαρόστρωτες πλατείες, στοές, μνημειακά κτίρια, ψηφιδωτά και νυμφαίο. Τα ευρήματα τεκμηριώνουν τη συνέχεια του πολεοδομικού ιστού και αναδεικνύουν τη Θεσσαλονίκη ως μοναδικό αρχαιολογικό παλίμψηστο. Η δε ένταξή τους στο ενιαίο δίκτυο συνδέει την αρχαιολογική κληρονομιά με τις σύγχρονες υποδομές μετακίνησης.

Κάπως έτσι, από τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή Θεσσαλονίκη έως την οθωμανική και τη νεότερη πόλη, το παρελθόν παύει να αποτελεί ένα σύνολο διάσπαρτων σημείων και αποκτά -μέσα από αυτό το πρότζεκτ- ενιαία παρουσία στον σύγχρονο αστικό ιστό. Αναμφίβολα ένα μεγαλόπνοο έργο που θα αναβαθμίσει εντυπωσιακά το ιστορικό κέντρο της συμπρωτεύουσας.

Εφημερίδα Απογευματινή