Το τεκμήριο της αξιοπιστίας ενός προσώπου αξιολογείται με γνώμονα και τις πολιτικές του πεποιθήσεις, δεδομένου ότι κινδυνεύει να χάσει την έξωθεν καλή μαρτυρία της κοινωνίας όταν συλλαμβάνεται να μεροληπτεί υπέρ συγκεκριμένων αντιπολιτευτικών αφηγημάτων δίχως να τηρεί τα προσχήματα της κομματικής συσχέτισης και των παρασκηνιακών… πάρε-δώσε με αυτούς που τον «αποθεώνουν».
Στα στερνά του δικαστικού του βίου, ο κ. Ράμμος της ΑΔΑΕ επέλεξε τον ρόλο του «προοδευτικού ακτιβιστή», χρησιμοποιώντας την εμπλοκή του στην υπόθεση των υποκλοπών ως βατήρα για να διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας. Η παρουσία του στα πολιτικά πράγματα με την αποδοχή μιας τέτοιας πρότασης που του έγινε από το κόμμα της Νέας Αριστεράς, αλλά που δεν πήρε στο τέλος χαρακτήρα ομόθυμης στήριξης από τις υπόλοιπες «προοδευτικές» δυνάμεις, ήταν κάτι που ως πρόσωπο τον κατέστησε υπηρέτη ιδεολογικών συμφερόντων και μη αντικειμενικό παράγοντα της έρευνας των υποκλοπών.
Οπότε, δεν τον παίρνει να σηκώνει το δάχτυλο σε άλλους συναδέλφους του, κυρίως από τον Άρειο Πάγο, καταλογίζοντάς τους ευθύνες με υπονοούμενα περί «εξυπηρέτησης του συστήματος διακυβέρνησης της ΝΔ» σε διάφορες υποθέσεις. Διότι μέχρι τώρα, ο μόνος εν ενεργεία δικαστικός που αποδείχτηκε ότι βρισκόταν σε παρασκηνιακή επαφή με κόμματα για να πάρει το χρίσμα του υποψήφιου Προέδρου της Δημοκρατίας ήταν ο ίδιος. Ούτε ο Ντογιάκος, ούτε η Αδειλίνη, ούτε ο Τζαβέλας.
Προς επίρρωση όλων των παραπάνω, δηλαδή ότι ο κ. Ράμμος πολιτικολογεί, προτάσσοντας την αντιπολιτευτική ατζέντα της λεγόμενης «ριζοσπαστικής Αριστεράς», θα φέρω ένα επιπλέον παράδειγμα, που ενδεχομένως να «ενοχλήσει» και την πτέρυγα των άλλων υπερπατριωτών της χώρας, που εργαλειοποιούν την υπόθεση των υποκλοπών και των Τεμπών ταυτιζόμενοι με τον κ. Ράμμο.
Ο κ. Ράμμος, λοιπόν, είναι της άποψης ότι μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης πρέπει να τεθούν οι βάσεις για μια «προοδευτική και ανοικτή κοινωνία», θέτοντας θέμα κατάργησης του άρθρου 3 του Συντάγματος, το οποίο αναγνωρίζει ως επικρατούσα θρησκεία στη χώρα μας την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το θέμα της αναθεώρησης του άρθρου 3 του Συντάγματος το έθεσε κατά την πρόσφατη παρέμβασή του σε εκδήλωση του προοδευτικού Ινστιτούτου Ένα, υπαινισσόμενος ότι η ύπαρξή του ως «συνταγματικής διάταξης» καθιστά υποχρεωτική τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στα σχολεία με όρους ομολογίας πίστεως.
Ο παλιός κακός Τσίπρας και τα αναμασήματα στο Χαλάνδρι
Σαν κάτι αργόσχολους τύπους, που λαϊκίζουν στα καφενεία, πουλώντας πνεύμα και εξυπνάδα ότι τα γνωρίζουν όλα, εμφανίστηκε χθες το βράδυ ο Αλέξης Τσίπρας στην εκδήλωση με θέμα «Η κυβερνώσα Αριστερά στη σύγχρονη εποχή», την οποία διοργάνωσαν προς τιμήν του παλιά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που σήμερα υποδύονται τους κομματικά άφθαρτους και τις αγνές παρθένες. Ο Αλ. Τσίπρας ήταν τόσο προβλέψιμος που δεν εξεπλάγη κανένας με τα λεγόμενά του και την επανάληψη του κακού παλιού εαυτού του.
Ίδιος και απαράλλαχτος σε επίπεδο αντιπολιτευτικής τακτικής, υφολογικής συμπεριφοράς και αόριστης προσέγγισης των πραγμάτων, με τα γνωστά τσιτάτα του περί «κοινωνικής δικαιοσύνης», απλόχερης παροχής «ελπίδας», πολεμικής ρητορικής εναντίον του «πλούτου», που -τάχα μου- θα τον «φορολογήσει» για να ισοσκελίσει τις ανισότητες σε βάρος των μεσαίων και ασθενέστερων τάξεων. Επίσης, αυτήν τη φορά απέφυγε να ξεφτιλίσει εντελώς τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, ειδικά τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Σωκράτη Φάμελλο, προσπερνώντας την ανεπάρκειά τους.
Πώς; Μα, με το να αναφέρεται στα θετικά αποτελέσματα της δικής του ενεργοποίησης στα πολιτικά πράγματα της χώρας, τα οποία -όπως άφησε να εννοηθεί- αποτελούν πλέον εγγύηση, όχι για την άσκηση μιας ισχυρής αντιπολίτευσης απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη αλλά για την ήττα του στις εθνικές εκλογές με πρωταγωνιστή τον ίδιο. «Στόχος μας δεν είναι να κάνουμε αντιπολίτευση στον κύριο Μητσοτάκη, αλλά μέσα από την επανίδρυση της προοδευτικής παράταξης να κερδίσουμε στις εκλογές τον κύριο Μητσοτάκη», τόνισε χαρακτηριστικά, εμφανίζοντας εαυτόν ως «μεσσία» της προοδευτικής παράταξης. Ενδεχομένως ο λόγος που την είδε «σωτήρας» και ικανότερος για αντίπαλος του Κ. Μητσοτάκη να σχετίζεται και με την οδό όπου βρίσκεται το Θέατρο της Ρεματιάς στο Χαλάνδρι. Την οδό Νάρκισσων…

Μα πώς τα βρίσκουν οι… αγανακτισμένοι μεταξύ τους;
Παραφράζοντας την ατάκα του γνωστού ηθοποιού Γιάννη Μπέζου «μα πώς τα βρίσκουν οι βλαμμένοι μεταξύ τους;» θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι υπάρχει και μια άλλη συνομοταξία ανθρώπων, που επίσης διατηρεί αντίστοιχους κώδικές επικοινωνίας και συνεννόησης όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Πρόκειται για κάποιους επιστήμονες του νομικού κλάδου που χρησιμοποιούν την ιδιότητά τους στη δημόσια σφαίρα για να καλύψουν τη «διαπλεκόμενη» συμμετοχή τους στις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις.
Με φόντο δε την υπόθεση των υποκλοπών, έχουμε καταγράψει ουκ ολίγες «ανίερες» συμμαχίες και ευκαιριακές ωσμώσεις μεταξύ προσώπων που παριστάνουν τους «αγανακτισμένους ειδικούς» της υπεράσπισης του κράτους δικαίου. Εδώ λοιπόν γεννάται ένα ζήτημα αξιοπιστίας, δεδομένου ότι οι συγκυριακές «λυκοφιλίες» μεταξύ των… ειδικών του κράτους δικαίου έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την αρνητική αξιολόγησή τους κατά το παρελθόν για άσχετες δράσεις, παρεμβάσεις ή συνεργασίες τους με πρόσωπα που στο τέλος κατέληξαν ακόμη και στη φυλακή. Θα μου πείτε, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Όμως η ανυποληψία τους βγαίνει προς τα έξω.
Εφημερίδα Απογευματινή











