Φοίβος Δεληβοριάς: ” Όταν γράφω, είμαι δύο άνθρωποι”

Ένας από τους πλέον σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες του σήμερα σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευματινή»
15:50 - 15 Ιουλίου 2026

Είναι αναμφίβολα ένας από τους πλέον σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες του σήμερα, με μεγάλη αναγνώριση ως τραγουδοποιός, αλλά και ως ένας πολυτάλαντος, ευφάνταστος δημιουργός, αστείρευτος σε ιδέες, ο οποίος δεν διστάζει να τις πραγματοποιεί· να δοκιμάζεται και να δοκιμάζει!

Όπως κάνει τα τελευταία χρόνια με την περίφημη «Ταράτσα του Φοίβου», με τα υπέροχα «Νούμερα», με τα κωμικά σκετσάκια που σκαρώνει, προκαλώντας το γέλιο και τον προβληματισμό. Εάν υπάρχει κάτι για το οποίο σίγουρα δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις, αυτό είναι η καλλιτεχνική στασιμότητα και τα κλισέ. Και αυτό γιατί ο Φοίβος Δεληβοριάς τα απεχθάνεται και τα δύο, θέλει συνεχώς να εξελίσσεται ως καλλιτέχνης, να παίρνει ρίσκα και να εκτίθεται απέναντι στο κοινό του, επειδή ακριβώς το σέβεται απεριόριστα.

Εδώ, σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευματινή», μιλά: για την πολυαναμενόμενη παράσταση «Ειρήνη – μια επίσκεψη στο έργο του Αριστοφάνη», στην οποία συμβάλλει ποικιλοτρόπως, εκπλήσσοντάς μας για ακόμη μία φορά με την πολυπραγμοσύνη του, αλλά και για την αγάπη του για την κωμωδία, τη σάτιρα στην εποχή της πολιτικής ορθότητας, την εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης στην Τέχνη, αποκαλύπτει τι του αρέσει να κάνει λίγο μετά τα… μεσάνυχτα και μας εκμυστηρεύεται το μεγάλο του καλλιτεχνικό απωθημένο.

Αυτήν την περίοδο κάνετε πρόβες για την «Ειρήνη – μια επίσκεψη στο έργο του Αριστοφάνη», που θα ανεβεί στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου (24 και 25 Ιουλίου) σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, μια φιλόδοξη παραγωγή, στην οποία, εκτός από τα τραγούδια, υπογράφετε τη διασκευή, αλλά και το πρωτότυπο κείμενο. Πώς λειτούργησε αυτή η τριπλή ιδιότητα στη δημιουργική σας διαδικασία;

Έτσι κι αλλιώς, όταν γράφω, είμαι δύο άνθρωποι. Ένας που γράφει κι ένας που κρίνει, κάνει γκριμάτσες αποδοκιμασίας, ζητάει βελτιώσεις. Τραβάω το σκοινί από δυο πλευρές. Ε, τώρα το τράβηξα από τρεις! Δύσκολο. Εκεί που πήγαινα να τρελαθώ, «χαμένος στη μετάφραση», ερχόταν ο μουσικός και με έσωζε με τη χαρά του τραγουδιού. Κι εκεί που το τραγούδι πήγαινε να μελώσει, ερχόταν η ίδια η αρχαία κωμωδία και το σήκωνε απ’ τα μαλλιά.

Πάντως, αυτή η «Ειρήνη» δεν είναι η δουλειά ενός μουσικού που προχωράει στα βαθιά ενός παλιού κειμένου, όπως έγινε έξοχα στους «Αχαρνής» του Σαββόπουλου ή στην πολύ πρόσφατη «Λυσιστράτη» του Κραουνάκη. Είναι κείμενο και τραγούδια που γράφω ταξιδεύοντας παρέα με τον Καραθάνο -με τα σώματα και τις φωνές των φίλων μου, της Χατζηπασχάλη, του Αλευρά και όλου του υπόλοιπου θεότρελου θιάσου- να βρούμε το έργο, τον ποιητή κι εκείνα που τον γέννησαν. Αν δεν υπήρχαν αυτοί, όπως και ο Τριανταφύλλου, η Μανιδάκη, ο Μέντης και όλοι οι άλλοι «Τρυγαίοι» και «Τρυγαίες» της παρέας, δεν θα σκεφτόμουν ποτέ ν’ ανεβώ σ’ αυτόν τον Όλυμπο. Δεν θα πήγαινα ποτέ μόνος εκεί.

Τι έχουμε να περιμένουμε από αυτήν την παράσταση; Και πώς συνομιλεί με το σήμερα;

Θυμάμαι μια παλιά ιστορία κόμικς με τον Ντόναλντ, που με ενθουσίαζε παιδί: «Μια παλαβή Οδύσσεια». Θα μπορούσα να πω μόνο αυτό. Θεότρελοι αγρότες από το Μαρούσι του 421 π.Χ. ανεβαίνουν στον Ουρανό, στο Διάστημα, να βρουν τους Θεούς να τους πείσουν να σταματήσουν τον Πόλεμο. Με όχημα τη δική τους, λαϊκή, σαράβαλη «σκατοτεχνολογία». Δεν φεύγουμε στιγμή από το πνεύμα του αρχικού (και αναρχικού) παραμυθιού. Όμως, αφήνουμε και το μυαλό μας να περιπλανηθεί, όπως όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο.

Ο ίδιος ο καθρέφτης του Αριστοφάνη μάς σπρώχνει στο απελπισμένο «εδώ», κρυβόμαστε κάτω απ’ την πορτοκαλιά φράντζα του Τραμπ για να μη μας δει, του ξεφεύγουμε και βρισκόμαστε όχι στην αρχαιότητα, αλλά στην πρωτόγονη σπηλιά, εκεί όπου όλα ξεκίνησαν, εκεί όπου ο άνθρωπος έκανε τα πρώτα του ιερογλυφικά, έφτιαξε το πρώτο όπλο, και -με μια μελαγχολική, ακατανίκητη δύναμη- χόρεψε πρώτη φορά, γύρω απ’ τη φωτιά, τον χορό της Ουτοπίας.

Ως τραγουδοποιός είχατε πάντοτε θεατρικά κωμικά στοιχεία στις μουσικές παραστάσεις σας. Τα τελευταία χρόνια, όμως, μας έχετε ξαφνιάσει ευχάριστα με την «Ταράτσα», όπου, εκτός από το να τραγουδάτε, συμμετέχετε ενεργά σε επιθεωρησιακά σκετς, αλλά και με τα «Νούμερα», αυτή την πετυχημένη μουσική κωμική σειρά που ισορροπούσε ανάμεσα στα τραγούδια και τις σουρεαλιστικές παρασκηνιακές καταστάσεις. Πόσο σοβαρή υπόθεση είναι η κωμωδία και τι σας ελκύει σε αυτήν;

Από παιδί έβρισκα την κωμωδία, το τραγούδι και τα κόμικς ως πολύ υψηλές μορφές Τέχνης. Αυτές, που όταν ξεπερνούσαν το ευτελές και το αγοραίο πήγαιναν πολύ πιο γρήγορα στην ποιητική ουσία από τις Ακαδημίες. Κόμικς έφτιαχνα μικρός, τραγούδια από έφηβος και συνεχίζω. Κάποια στιγμή μοιραίο ήταν να με επισκεφθεί και η κωμωδία. Το πρόβλημα είναι πως ο γνωστός, «υπέροχος» φασισμός του 1930 χειροκροτείται ως λογική, ακόμη και από πρώην κεντρώους. Πάντα για το «κοινό καλό».

Η αριστοφανική «Ειρήνη» είναι μια πολιτική κωμωδία που συνδυάζει τον σουρεαλισμό με την καυστική σάτιρα. Η σάτιρα, που είναι αναγκαστικά συνυφασμένη με τα κακώς κείμενα, πιστεύετε ότι κινδυνεύει στις μέρες μας από την πολιτική ορθότητα, από μια νέα καθωσπρέπει συμπεριφορά;

Ναι και είναι πολύ επικίνδυνο αυτό. Γιατί μπορεί οι μειονότητες να τη χρησιμοποιούν για να προστατευθούν από τη βαναυσότητα του κυρίαρχου λόγου, ξανανοίγουν όμως, άθελά τους, την πόρτα στη λογοκρισία. Η κακή κωμωδία τιμωρείται από το μεγαλύτερο όπλο του ανθρώπου, το κριτήριό του. Αυτό δεν πρέπει να αποδυναμωθεί με τίποτα. Δεν πρέπει ένας μεγάλος μπαμπάς να μας προστατεύει από την κακή τέχνη. Αλλιώς θα δικαιώνεται ο κάθε Κλέων που θα τρέχει στο διηνεκές τον Αριστοφάνη στα δικαστήρια, γιατί έβλαψε το «κοινό καλό». Καμιά καλή κωμωδία -από τον Αριστοφάνη έως τον Πανούση και από τον Gervais μέχρι το stand up της Μελίνας Κόλλια- δεν ήταν ποτέ «καθωσπρέπει». Έπαιζε υπέροχα με το χυδαίο και αποκαθήλωνε απολαυστικά τον ισχυρό. Πιο χυδαία μού φαίνεται εμένα η κωμωδία που κολακεύει την εξουσία, ή τους θεσμούς, ή εξαιρεί το κόμμα που προτιμά, όταν γίνεται κυβερνών. Δεν θα την απαγόρευα όμως ποτέ. Ας κάνουν αυτοί τη δουλειά τους, να κάνουν όμως και οι αληθινοί κωμικοί τη δική τους.

Τι ιδιαίτερο έχει το να γράφεις τα τραγούδια για μια παράσταση; Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία; Και ποια είναι η διαφορά από τα άλλα τραγούδια που γράφετε;

Το δύσκολο και το εύκολο είναι ότι δεν είναι τραγούδια αυτοεξυπηρετούμενα. Χρειάζονται τους άλλους. Δύσκολο, γιατί δεν βάζεις τους κανόνες μόνο εσύ, εύκολο γιατί οι άλλοι είναι ο πιο ωραίος οδηγός στο άγνωστο.

Τι ήταν εκείνο που σας έκανε να επιλέξετε τη μουσική και το τραγούδι ως μέσον έκφρασης;

Η απλότητά του. Το μικρό του θέατρο. Άτομα σαν τον Σαββόπουλο ή τον Βαμβακάρη, τον Μπρασένς ή τον Κοέν, που κάθονταν σε μια καρέκλα με ένα όργανο και έλεγαν από την αρχή όλη την «Οδύσσεια».

Τι συμβουλή θα δίνατε στον νεαρό Φοίβο Δεληβοριά που μόλις τώρα ξεκινά την καριέρα του; Ποια λάθη θα αποφεύγατε και τι (ενδεχομένως) θα κάνατε διαφορετικά;

Να μην εμπιστεύεται έναν 52χρονο. Έχει την ψευδαίσθηση ότι κάτι ξέρει. Ο 15χρονος όμως τα ξέρει όλα.

Αν μπορούσατε να συνομιλήσετε με έναν μεγάλο δάσκαλο του παρελθόντος από τον χώρο του ελληνικού τραγουδιού, ποιον θα επιλέγατε και τι θα τον ρωτούσατε;

Θα μου άρεσε πολύ όχι να συνομιλήσω, αλλά να παρακολουθήσω μια βραδιά στη «Μάντρα» του Αττίκ. Θα καθόμουν μάλιστα δίπλα στον Μάρκο Βαμβακάρη, που -δεν είναι πολύ γνωστό- ήταν φανατικός θαμώνας της.

Τι αγαπάτε περισσότερο; Τη μοναχική διαδικασία της σύνθεσης ή την επαφή με το κοινό;

Το πρώτο είναι πολύ πιο δύσκολο, αλλά όταν πετυχαίνει, η χαρά δεν συγκρίνεται με τίποτα.

Ένας καλλιτέχνης πολυπράγμων, όπως εσείς, έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;

Κάθε μέρα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, βρέξει-χιονίσει, βλέπω μια ταινία. Αυτό δεν είναι απλά ένας πασατέμπος για μένα, είναι το μυστικό μου υπερόπλο. Η επόμενή μου μέρα κουβαλάει κάτι απ’ αυτό που ονειρεύτηκα παρακολουθώντας.

Έχετε κάποιο απωθημένο, παρ’ όλα όσα έχετε πετύχει; Κάποια συνεργασία που θέλατε και δεν έγινε; Κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο;

Θα μου άρεσε να γυρίσω μια ταινία.

Έπειτα από τόσα χρόνια δημιουργίας, τόσες επιτυχίες και τόσες ιστορίες που έχετε μοιραστεί, υπάρχει ο φόβος ότι κάποια στιγμή μπορεί να στερέψετε από ιδέες; Τι είναι αυτό που πυροδοτεί τη δημιουργικότητά σας σήμερα;

Πιο πολύ φοβάμαι μήπως στερέψω από δίψα για ζωή, από έρωτα, παρά από ιδέες. Σήμερα ζω στο έπακρο τη ζωή, γιατί είμαι κάθε μέρα κοντά σε ένα έφηβο παιδί. Και αυτό με πυροδοτεί χωρίς καν να σκέφτομαι. Όσο πάντως ακολουθείς τον -κάθε είδους- έρωτα δεν στερεύεις ποτέ.

Πώς βλέπετε την εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης στην Τέχνη; Κινδυνεύει η καλλιτεχνική δημιουργία; Τίθεται θέμα επαναπροσδιορισμού της;

Οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν κινδυνεύουν. Δεν είναι όμως μόνο αυτοί. Ένας μαγικός στρατός «μικρών» της Τέχνης, που είχε μια ευκαιρία σε καλύτερη ζωή, θα βρεθεί στην απελπισία. Με αηδιάζει εδώ και χρόνια η άνευ όρων παράδοσή μας στον υπολογιστή, στα κοινωνικά δίκτυα. Ακόμα και τα GPS με εκνευρίζουν. Έχουμε ελαχιστοποιήσει -από την ηλίθια λατρεία μας για ασφάλεια- την οποιαδήποτε πιθανότητα να συναντηθούμε με κάτι άγνωστο, κάτι απροσδόκητο, κάτι που θα θυμόμαστε για πάντα. Ελπίζω ειλικρινά όλοι αυτοί οι επαγγελματίες, που θα καταστραφούν, να πάνε να… καταστρέψουν με τη σειρά τους τα data centers, με καταπέλτες και ρόπαλα, αλά Φλίντστοουνς… Βία στη βία των καλωδίων.

Κόμικς έφτιαχνα μικρός, τραγούδια από έφηβος και συνεχίζω. Κάποια στιγμή μοιραίο ήταν να με επισκεφθεί και η κωμωδία.

Πώς βλέπετε το ελληνικό τραγούδι σήμερα και πώς την επόμενη μέρα γι’ αυτό;

Ασφαλές κι αυτό. Στο χιουμοράκι του ή στην πληκτική του επανάληψη. Εδώ δεν θέλουμε να ζήσουμε, θα θέλουμε και να τραγουδήσουμε;

Ένας καλλιτέχνης εξακολουθεί να ασκεί επίδραση στον κόσμο; Πώς η Τέχνη μπορεί να βοηθήσει, σε μια εποχή όπου τα επιχειρήματα μοιάζουν να υποχωρούν απέναντι στο δίκαιο του ισχυρότερου;

Ναι και μιλάω εκ πείρας. Μπορεί ένα τραγούδι να παρασύρει κόσμο, ακόμα και σε οδούς που δεν θέλει ο δημιουργός. Το να σε παρασύρει στους δρόμους, πάντως, μόνο καλό είναι. Τους δρόμους έχουμε χάσει. Κι αυτό ο φασισμός, που έγινε ξανά της μόδας -ακόμη και από θύματα του Ολοκαυτώματος-, το ξέρει και το χειρίζεται θαυμάσια. Πρέπει να καταλάβουμε πως το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ οι εθνικές και οι φυλετικές διαφορές. Μακριά από μας και οι αντισημίτες και οι ισλαμοφοβικοί. Το πρόβλημα είναι πως ο γνωστός, «υπέροχος» φασισμός του 1930 χειροκροτείται ως λογική, ακόμη και από πρώην κεντρώους. Πάντα για το «κοινό καλό», πάντα κολακεύοντας τα χειρότερα ένστικτα του λαϊκού ανθρώπου, ενώ τον έχει ήδη στήσει στον τοίχο, του έχει πάρει τα λεφτά και τη ζωή, τη μόρφωση και το επίπεδο, την πλατεία και την αγορά. Αν όλα αυτά σάς ακούγονται αριστοφανικά, αν θα μπορούσαν να είναι ένας απελπισμένος μονόλογος από τους «Ιππής» ή από την «Ειρήνη», συγχωρήστε με. Περνάω μια φάση.

Εφημερίδα Κυριακάτικη Απογευματινή