Είναι, για πολλούς, η κορυφαία σύγχρονη ηθοποιός του αρχαίου δράµατος και, σίγουρα, από τις λίγες Ελληνίδες ηθοποιούς τέτοιας αξίας. Μια µεγάλη κυρία του θεάτρου, µε µία θαυµαστή διαδροµή και ένα τεράστιο καλλιτεχνικό εκτόπισµα, µε συνεργασίες που περιλαµβάνουν τα πλέον σηµαντικά ονόµατα της ελληνικής θεατρικής σκηνής – και όχι µόνο. Η Λυδία Κονιόρδου, µε αφορµή τη διπλή επιστροφή της στο θέατρο µε την «Πνοή Φωτός» της Αποστολίας Παπαδαµάκη (στις 28-29.7, στην Αρχαία Κόρινθο) και µε την αναβίωση (από τον Οκτώβριο) της «Φόνισσας» του Αλέξανδρου Παπαδιαµάντη, και πάλι σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, µιλά στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή» για τις συνεργασίες που τη διαµόρφωσαν, για τον ρόλο της Φόνισσας, που είναι στα όρια της επικινδυνότητας, για την καλλιτεχνική πορεία 50 χρόνων, για τον ελεύθερο χρόνο της, το θέατρο σήµερα, ενώ αποκαλύπτει την πιο µεγάλη δυσκολία της Τέχνης που ασκεί…
Η σκηνοθέτιδα και χορογράφος Αποστολία Παπαδαµάκη υπογράφει την «Πνοή Φωτός», µε εσάς στον κεντρικό ερµηνευτικό ρόλο. Τι περιµένουµε;
Είναι µια ποιητική παράσταση µε µουσική και χορογραφία µέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Κορίνθου, όπου δεσπόζουν ο ναός του Απόλλωνα και η κρήνη της Γλαύκης, καθώς επίσης και µε κείµενα που έχουν σαν θέµα την αναζήτηση του φωτός, τη συνάντηση µε τον πραγµατικό εαυτό µέσω της εναρµόνισης µε τη φύση και το φως. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χαθεί στον κυκεώνα του πολιτισµού έτσι όπως έχει εξελιχθεί και τον έχει αποµακρύνει από την αρµονία, το κάλλος και την αναζωογονητική επίδραση του φωτός. ∆εν ακούει πια, δεν παρατηρεί τον κόσµο γύρω του, δεν αισθάνεται, γι’ αυτό και συµβάλλει µε τα έργα του στην καταστροφή του. Στην παράσταση, ο άνθρωπος συναντά το φως και την αρµονία, µέσω της µουσικής, του τραγουδιού και του χορού. Επίσης ακούγεται και ο ύµνος στον Απόλλωνα στην αρχαία ελληνική γλώσσα, που µας συνδέει µε τον ναό, ενώ παράλληλα µας ταξιδεύει στον χρόνο. Η όλη σύλληψη του θεάµατος είναι της Αποστολίας Παπαδαµάκη, µε την οποία έχω συνεργαστεί πολλές φορές, ενώ συµµετέχουν οι Ηλίας Κουκουζέλης, Μαριάνθη Πλατάκη, Σεµέλη Παπαγιαννακοπούλου, Ελενα Ράγγου, Sapphire Sumpter. Στην παράσταση που ξεκινά µε το φως της µέρας υπάρχει και µια πολύ όµορφη έκπληξη!
Τον Οκτώβριο επιστρέφετε στην αναβίωση της «Φόνισσας» του Παπαδιαµάντη, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη. Τι σηµαίνει για εσάς αυτή η εκ νέου αναµέτρηση µε αυτόν τον ρόλο;
Νιώθω πολύ τυχερή και ευτυχής που έγινε πραγµατικότητα το όνειρο που είχα χρόνια τώρα. Να παρουσιαστεί ξανά η παράσταση της «Φόνισσας» του Παπαδιαµάντη σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, µουσική Τάκη Φαραζή και σκηνικά-κοστούµια Ερσης ∆ρίνη. Θα είναι η ίδια ακριβώς παράσταση. Πιστεύω ότι έχει µεγάλη σηµασία να ξαναδεί το κοινό -ιδιαίτερα οι νεότεροι- αυτήν τη δουλειά πάνω σε αυτό το εµβληµατικό κείµενο. Να τονίσω ότι η θεατρική µεταφορά παραµένει γλωσσικά πιστή στη γραφή του Παπαδιαµάντη. Οταν πρωτοπαίχτηκε η παράσταση, παρά τη δυσκολία του εγχειρήµατος και το καλλιτεχνικό ρίσκο, δεν σταµάτησα να νιώθω ευλογηµένη από την εµπειρία αυτή επί έξι συνεχόµενες περιόδους που παιζόταν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Για µένα είναι µία πολύ σύγχρονη θεατρική προσέγγιση που µε εκφράζει βαθιά. Χαίροµαι που έχει αναλάβει την πραγµατοποίηση ο Γιώργος Βάλαρης, ο οποίος διαµορφώνει ειδικά έναν νέο θεατρικό χώρο στην καρδιά της Αθήνας. Η πιο µεγάλη δυσκολία σε αυτή την προσέγγιση είναι η διατήρηση της ταπεινότητας των καλλιτεχνών µπροστά στο έργο του Παπαδιαµάντη, γεγονός που έσπασε το φράγµα µιας συνηθισµένης θεατρικής σύµβασης. Ολοι, εκτελεστές και κοινό, είµαστε µάρτυρες ενός δρώµενου. Η παράσταση µετατρέπεται σε βίωµα. Υπερβαίνει το όριο του «θεάτρου». Γλωσσικά υπάρχει αναµφίβολα η πρόκληση να υπηρετήσουµε πιστά τη γραφή του Παπαδιαµάντη, που κινείται αβίαστα από τα αρχαία ελληνικά της Βίβλου, την καθαρεύουσα και την ντοπιολαλιά της Σκιάθου. Η προσέγγιση του Σωτήρη Χατζάκη µάς ταξιδεύει από αρχαία εποχή στο Βυζάντιο και από κει στη σύγχρονη Ελλάδα.
Ποια είναι η βαθύτερη αλήθεια αυτού του διαχρονικού «παπαδιαµαντικού» έργου και πώς συνοµιλεί µε το σήµερα;
Μέσα από το φαινοµενικά απλοϊκό πρόσωπο των γυναικών της Σκιάθου -και κυρίως της Φραγκογιαννούς- ο Παπαδιαµάντης µάς συνδέει µε την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής. Μετά την κατάβαση στα σκοτάδια επανερχόµαστε στο τώρα, έχοντας βιώσει κάθαρση µέσω της επίγνωσης. Μας αποκαλύπτεται η φύση της γυναικείας ψυχής διαχρονικά, µε τρόπο που αντανακλάται και στο σήµερα που βιώνουµε όλοι και που κουβαλάµε µέσα µας, και γυναίκες και άνδρες.
Αλήθεια, γιατί επιλέξατε την υποκριτική;
∆εν επέλεξα συνειδητά την υποκριτική. Προέκυψε έτσι όπως οδηγήθηκα από τη ζωή και τις εµπειρίες µου. Από το σχολείο, το Πανεπιστήµιο, τη σχολή, τα πολύτιµα χρόνια δίπλα στον Κουν. Για χρόνια µε βοηθούσε να γνωρίσω και να αποδεχθώ τον εαυτό µου, µελετώντας την ανθρώπινη φύση. Μετά, όταν έφυγα από αυτό το στάδιο, νοµίζω ότι συνδέθηκα µε αυτό που είναι συλλογικό, πέρα από τον τόπο και τον χρόνο. Αυτό µε ενδιαφέρει να υπηρετώ πια. Οχι τον µικρό εαυτό µου.
Υπάρχει, όλα αυτά τα χρόνια, κάποια καλλιτεχνική εµπειρία ή συνεργασία που αισθάνεστε ότι σας έχει σηµαδέψει;
Μόνο ευγνωµοσύνη µπορώ να νιώθω που βρέθηκα κοντά σε τόσο σπουδαίους ανθρώπους του θεάτρου. Τους θεωρώ όλους δασκάλους µου. Πρωταρχικά τον Κουν, που µε δίδαξε τα υλικά της θεατρικής µαγείας και την πίστη στην αυθεντικότητα. Η παρουσία του µε συνοδεύει πάντα. Στον Κώστα Τσιάνο οφείλω τη µύηση στον πλούτο και τη σοφία της παράδοσής µας και πώς αυτή µπορεί να µπολιάσει το θέατρο, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της γραφικότητας. Στον Ανατόλι Βασίλιεφ χρωστάω την πολύτιµη εµπειρία να γνωρίσω, µε τη «Μήδεια» του Ευριπίδη στην Επίδαυρο, τη µεγάλη σχολή του ρωσικού θεάτρου, έτσι όπως την εξέλιξε ο ίδιος µε τη µέθοδό του για το ποιητικό µη ψυχολογικό θέατρο, και έτσι όπως µας τη δίδαξε γενναιόδωρα επί µήνες. Στον Ρόµπερτ Ουίλσον βρήκα την πηγή του αέναα εξελισσόµενου σύγχρονου θεάτρου που αντλεί από όλες τις εποχές και µορφές τέχνης µε ελευθερία χωρίς συµπλέγµατα και µε το παιγνιώδες πνεύµα ενός παιδιού. Τώρα µε τον Χατζάκη ξαναβαδίζουµε το µονοπάτι του θεατρικού δρώµενου και αγγίζουµε ξανά την αρχή της θεατρικής πράξης χωρίς δεδοµένα στερεότυπα. ∆άσκαλό µου θεωρώ και τον αναντικατάστατο ∆ιονύση Φωτόπουλο. Παρακολουθώντας τον να δουλεύει και συνεργαζόµενη µαζί του πήρα υλικό για δέκα ζωές. ∆εν µπορώ να παραλείψω τη διδασκαλία του στενού συνεργάτη του Γκροτόφσκι, Λούντβιχ Φλάσεν. Με τίµησε, εκτός από τη διδασκαλία του, µε τη συνεργασία του ως δραµατολόγος στη σκηνοθεσία µου των «Περσών» µε το Εθνικό Θέατρο. ∆ύο γυναίκες θαύµασα και αγάπησα το έργο τους: τη Ζουζού Νικολούδη και την Ιωάννα Παπαντωνίου. Η κάθε µία µέσα από την Τέχνη τους ευεργέτησαν αυτόν τον τόπο.
Εχετε διαγράψει µια σπουδαία πορεία ως τραγωδός και όχι µόνο. Πότε νιώσατε ότι τα καταφέρατε;
Εχω κάνει µια πορεία 50 χρόνων, που είναι συνάµα µεγάλη, αλλά και πολύ µικρή. ∆εν µε βαραίνει µε τις εµπειρίες που έχω. Αντίθετα, κι εγώ εκπλήσσοµαι που ενώ έχω τόσο υλικό, έχω και µεγάλη περιέργεια για νέες µορφές θεάτρου. Παρακολουθώ µε ενδιαφέρον και λαχτάρα τη δουλειά των πιο νέων και ενθουσιάζοµαι όταν φέρνουν το καινούργιο. ∆εν αισθάνοµαι ότι έχω καταφέρει κάτι. Ισως µόνο να πειθαρχήσω τη φύση µου, χωρίς να την πνίξω. Και να γνωρίσω πολύ ενδιαφέροντες δηµιουργούς σε αυτήν την πορεία. Κρατάω αυτό που έχει πει ο Μπέκετ: Fail again, fail better. Να αποτυγχάνεις ξανά, να αποτυγχάνεις καλύτερα.

Ποιο είναι το πλέον δύσκολο κοµµάτι αυτής της Τέχνης;
Ισως το πιο δύσκολο είναι να αντέχεις στις δυσκολίες που µπορεί να σε γονατίσουν και να σε κάνουν να χάσεις την πίστη σου σε αυτό που είσαι ταγµένος. Να µπορείς να ξανασηκώνεσαι και να ξαναβλέπεις τον κόσµο µε καινούργια µάτια. ∆εν είναι εύκολο, γιατί η εποχή που ζούµε είναι οδυνηρή και η απόγνωση καραδοκεί.
Υπάρχει κάποια συνεργασία που θα θέλατε να είχατε κάνει αλλά τελικά δεν έγινε;
Τα τελευταία χρόνια υπήρχε µια σκέψη νέας συνεργασίας µε τον Ουίλσον, µε τον οποίο είχα δουλέψει ήδη σε 4 παραστάσεις του. Είχα χαρεί πολύ. Χάθηκε χρόνος πολύτιµος, γιατί η πρόταση δεν βρήκε τον κατάλληλο προορισµό.
Ποιος είναι ο µεγαλύτερος µύθος που υπάρχει γύρω από τους ηθοποιούς;
Είναι η εντύπωση ότι το πιο δύσκολο επίτευγµα του ηθοποιού είναι να µαθαίνει τα λόγια του απ’ έξω. Είναι σαν να είσαι στην Ακρόπολη και αντί να θαυµάζεις την τέχνη στις µορφές των µνηµείων, να εντυπωσιάζεσαι µε τον όγκο των µαρµάρων και το πώς κουβαλήθηκαν στον λόφο!
Εχετε µια πλούσια καριέρα, που έχει ευρέως αναγνωριστεί. Ποιο είναι το καλύτερο που ακολουθεί µία τέτοια αναγνώριση; Και ποιο το χειρότερο τίµηµα αυτής της επιτυχίας;
∆εν νιώθω ότι έχω κάνει κάποια καριέρα. ∆εν µπορώ να το δω έτσι. Μια δηµιουργική διαδροµή έκανα και που συνεχίζεται, εύχοµαι µε την ίδια τύχη. ∆εν υπάρχει καλύτερο ή χειρότερο. ∆εν θα µπορούσε να ήταν αλλιώς. Χαίροµαι όταν καταλαβαίνω ότι το κοινό χαίρεται µε αυτό που προσφέρω. Η επικοινωνία είναι πάντα το ζητούµενο και δεν είναι δεδοµένη ούτε σίγουρη.
Εχετε καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;
Η αλήθεια είναι ότι δουλεύοντας διαρκώς κινδυνεύεις να γίνεις εργασιοµανής και η δουλειά αυτοσκοπός. ∆εν θέλω να γίνει αυτό. Βρίσκω την ισορροπία µου µε το να έρχοµαι σε επαφή µε ανθρώπους έξω από το θέατρο και κυρίως να κάνω µε τα χέρια µου δουλειές κοντά στη φύση.
Εχετε µια πλούσια καριέρα, που έχει ευρέως αναγνωριστεί. Ποιο είναι το καλύτερο που ακολουθεί µία τέτοια αναγνώριση; Και ποιο το χειρότερο τίµηµα αυτής της επιτυχίας;
Σήµερα υπάρχει πολύ ταλέντο. Και από δηµιουργούς που είναι η καταγωγή τους από την Ελλάδα, αλλά και από νέα παιδιά που είναι δεύτερη γενιά µε καταγωγή από άλλες χώρες. Αυτό πιστεύω ότι αναζωογονεί το θέατρό µας. Επίσης σήµερα υπάρχει σαφώς µεγαλύτερη µόρφωση στους νέους καλλιτέχνες. Το βλέπω στους µαθητές µου στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, όπου διδάσκω τελευταία. Πολλοί είναι φοιτητές ή απόφοιτοι Πανεπιστηµίου. Ολοι λόγω του ∆ιαδικτύου έχουν πολύ µεγαλύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες και ερεθίσµατα απ’ ό,τι εµείς παλιότερα. Οµως όλα έχουν και µια άλλη όψη. Η ταχύτητα της εποχής, η έλλειψη υποµονής και η τάση για εύκολο αποτέλεσµα και επιτυχία υπονοµεύουν την αξία του καλλιτεχνικού έργου, απειλούν να µετατρέψουν το δηµιούργηµα είτε σε διακόσµηση είτε σε προϊόν µιας χρήσης, που όπως και τα αντίστοιχα υλικά προϊόντα θα καταλήξει σε µια χωµατερή και στη λήθη. Οι καλλιτέχνες σήµερα έχουν ανάγκη από επίγνωση και αντίσταση στην ευκολία και τη ρηχότητα στις οποίες τους σπρώχνει η ίδια η εποχή. Καµιά φορά βλέπεις προσπάθειες ενδιαφέρουσες, αλλά ανολοκλήρωτες, ή προσπάθειες που καταφεύγουν στον εντυπωσιασµό για να επιβιώσουν στην αγορά του θεάµατος. Αυτό αδικεί τις δυνατότητες και το ταλέντο τους. Οµως βλέπει κανείς και δουλειές που ξεφεύγουν από αυτές τις παγίδες και η παρουσία τους προσφέρει στη συνέχεια της Τέχνης του θεάτρου.
Κυριακάτικη Απογευματινή








