Τάσος Ιορδανίδης: «Το θέατρο μας κάνει να σηκώνουμε το κεφάλι από την οθόνη…»

...και να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον» – Ο Τάσος Ιορδανίδης, αισιόδοξος, μα και ρεαλιστής, μιλά για τους μέντορές του, την πορεία του, αλλά και για τη συντροφικότητα και τις δύσκολες αλήθειες που πραγματεύεται τόσο στη ζωή όσο και συγγραφικά
22:00 - 22 Σεπτεμβρίου 2026

Είναι από τους πλέον ταλαντούχους σύγχρονους Ελληνες ηθοποιούς, ο οποίος έχει ήδη αφήσει το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα στο θέατρο και την τηλεόραση. Παράλληλα, έχει εξελιχθεί σε πετυχημένο παραγωγό και συγγραφέα, επιλέγοντας έργα που συνομιλούν ουσιαστικά με το κοινό. Με σημαντικές θεατρικές παραστάσεις στο ενεργητικό του, ανάμεσά τους και το περίφημο «Θέλω να σου κρατάω το χέρι», που περιοδεύει και θα συνεχίσει για 6η χειμερινή σεζόν, ετοιμάζεται τώρα να επιστρέψει και τηλεοπτικά, στη νέα σειρά του ΑΝΤ1 «Κρίνο και Αγκάθι». Ο Τάσος Ιορδανίδης, σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευματινή», αποκαλύπτει το πώς δημιουργήθηκε η μεγάλη επιτυχία «Θέλω να σου κρατάω το χέρι», μιλά για το ξεκίνημά του, συγκρίνει το θέατρο με την τηλεόραση, αναφέρεται σε εκείνους που τον βοήθησαν να προχωρήσει στην Τέχνη που ασκεί, αλλά και στους κινδύνους που ενέχει το «μπες-βγες» μέσα στους ρόλους και εξηγεί το πώς αντιλαμβάνεται το θέατρο σήμερα στην Ελλάδα. Συνεχίζεται σε περιοδεία η μεγάλη επιτυχία «Θέλω να σου κρατάω το χέρι», την οποία έχετε γράψει εσείς και σκηνοθετεί η Θάλεια Ματίκα, με την οποία συμπορεύεστε στη ζωή και συμπρωταγωνιστείτε στο έργο.

Πώς προέκυψε αυτό το έργο και ποιο είναι, αν υπάρχει, το μυστικό της επιτυχίας του;

Το έργο προέκυψε κατά την περίοδο της πανδημίας. Αποφασίσαμε από κοινού με τη Θάλεια, επειδή ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος υγειονομικά και κοινωνικά, αλλά και για εμάς ιδιαίτερα δύσκολη οικονομικά, να μην πάρουμε ενδεχομένως στον λαιμό μας κάποιους ανθρώπους και να προσπαθήσουμε να καταθέσουμε ένα δικό μας πόνημα. Ενα έργο το οποίο, αν αποτύγχανε, θα είχε πολύ μικρότερο κόστος. Πραγματικά, με παρότρυνση της Θάλειας κάθισα και ξεκίνησα τη διαδικασία να γράφω και νομίζω ότι κατέθεσα κάτι το οποίο μας αφορούσε, μας αφορά και θα μας αφορά: το θέμα της συντροφικότητας. Το ευτυχές είναι ότι το έργο έχει βρει συνοδοιπόρους στο κοινό, το οποίο μας έχει στηρίξει αυτά τα πέντε χρόνια, αρχικά με την παρουσία του στο θέατρο «Αλίκη» και τώρα στην περιφέρεια. Και αποδείχθηκε ότι τελικά δεν είμαστε μόνο εμείς, η Θάλεια κι εγώ, που έχουμε αυτά τα ζητούμενα και αυτές τις αναρωτήσεις, αλλά και πολύς άλλος κόσμος, ο οποίος ήρθε και μας είπε ότι ταυτίζεται. Ισως, λοιπόν, ένα από τα κύρια «μυστικά», όπως το θέσατε κι εσείς, της πολύ καλής πορείας του συγκεκριμένου έργου και της συγκεκριμένης παράστασης, είναι η ταύτιση με το κοινό. Στο έργο εξερευνάται η δύναμη αλλά και τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και της συντροφικότητας.

Μπορεί κάποιος να είναι πραγματικά ελεύθερος μέσα σε μια μακροχρόνια σχέση; Υπάρχουν αλήθειες που είναι προτιμότερο να μένουν ανείπωτες;

Νομίζω πως όχι. Οι αλήθειες πρέπει να λέγονται. Μπορεί να καθυστερούν να ειπωθούν, αλλά κάποια στιγμή οπωσδήποτε πρέπει να ειπωθούν. Πιστεύω ότι μια σχέση πρέπει να βασίζεται στην ειλικρίνεια. ∆ιαφορετικά, στη συνέχεια προκύπτουν μεγάλες δυσκολίες. Κάποια στιγμή η αλήθεια θα βγει στην επιφάνεια. ∆εν υπάρχει περίπτωση να μη συμβεί αυτό. Είναι προτιμότερο η αλήθεια να κατατίθεται, όσο δύσκολη και επώδυνη κι αν είναι. Και όσον αφορά την ελευθερία, πιστεύω ότι πραγματικά ελεύθεροι μπορούμε να αισθανθούμε όταν βρούμε τον άνθρωπο με τον οποίο επιθυμούμε πραγματικά να μοιραστούμε τη ζωή μας.

Αν το έργο μπορούσε να ξεκινήσει μια συζήτηση ανάμεσα στα ζευγάρια που θα το παρακολουθήσουν, ποια θα θέλατε να είναι η πρώτη ερώτηση που θα έθετε ο ένας στον άλλον φεύγοντας από το θέατρο;

Θα ήθελα περισσότερο να έχουν μια κοινή παραδοχή: ότι είμαστε και οι δύο λάθος. Να καθίσουμε και να παραδεχτούμε πως και οι δύο έχουμε υποπέσει σε λάθη και ότι και οι δύο έχουμε κάνει και σωστά πράγματα. Το ζήτημα είναι να μπορούμε να το παραδεχτούμε. Ισως, τελικά, ένα ερώτημα που θα μπορούσε να προκύψει να είναι: «Ποια είναι τα λάθη μου;».

Αλήθεια, πώς ξεκινήσατε την ενασχόλησή σας με το θέατρο;

Κατάλαβα ότι αγαπώ πολύ το θέατρο όταν μπήκα στη ∆ραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Αλλά δεν το είχα πάρει και τόσο σοβαρά, να σας πω την αλήθεια. Τουλάχιστον έτσι το αντιμετώπιζα τον πρώτο χρόνο. Οταν, όμως, άρχισα να μπαίνω στη βιβλιοθήκη του Εθνικού Θεάτρου -υπάρχει μια πολύ πλούσια βι-βλιοθήκη- και να έρχομαι σε επαφή με κείμενα, με δοκίμια, αλλά και με τους καθηγητές μου σε ένα πιο ανθρώπινο επίπεδο, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι αυτός ο χώρος με βοηθούσε πάρα πολύ.

Τότε είπα να κάνω την προσπάθειά μου και να ασχοληθώ επαγγελματικά με αυτό που λέμε υποκριτική τέχνη. Τι σας αρέσει περισσότερο στην υποκριτική;

Το γεγονός ότι μας δίνει τη δυνατότητα να κινητοποιήσουμε συναισθηματικά τον κόσμο, αλλά και τους ίδιους μας τους εαυτούς. Να επικοινωνούμε με τον κόσμο, να υπάρχει αυτή η αλληλεπίδραση. Να ανακαλύπτουμε πτυχές του εαυτού μας τις οποίες δεν ξέραμε, δεν γνωρίζαμε ότι υπάρχουν.

Υπάρχει, σε όλα αυτά τα χρόνια της πορείας σας, κάποια συνεργασία, κάποιος άνθρωπος που σας καθόρισε ή σας προχώρησε στην τέχνη σας και θα θέλατε να αναφερθείτε σε αυτόν;

Είμαι τυχερός, γιατί υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι με τους οποίους έχω συνεργαστεί και νιώθω ότι τους οφείλω πολλά. Αλλά ήταν ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, νομίζω, που με πήρε από το χέρι το 2012, όταν κάναμε το «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκριν». Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ενώ ήμουν ήδη επτά χρόνια ηθοποιός, μου άνοιξε πολλά καινούργια παράθυρα. Με τους δικούς του κώδικες υποκριτικής προσπάθησε να μου μάθει πολλά πράγματα και να με οδηγήσει σε νέους δρόμους. Ο Λεβάν Τσουλάτζε, ο οποίος ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του Μαρτζανισβίλι Θεάτρου στη Γεωργία, είναι επίσης ένας άνθρωπος που εκτιμώ πάρα πολύ, τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Κάπως έτσι τα έφερε η μοίρα και, όταν ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στο θέατρο «Αλμα», μου έδωσε την ευκαιρία να συνεργαστούμε. Κάναμε μαζί το «Λεωφορείον ο Πόθος», τη «Μήδεια» και τον «Αμλετ». Είναι ένας άνθρωπος από τον οποίο πήρα πολλά και τον οποίο εκτιμώ βαθιά. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλοι άνθρωποι, άλλες σημαντικές συνεργασίες. Η Ελλη Φωτίου, για παράδειγμα, σε μια πολύ δύσκολη συνθήκη, γενικότερα κοινωνική, αλλά και για την οικογένειά μου προσωπικά, ήρθε και μου έκανε μεγάλη τιμή και μου προσέφερε μια σημαντική ευκαιρία.

Εχετε κάνει επιτυχίες τόσο στην τηλεόραση όσο και στο θέατρο. Ποιο μέσο είναι πιο κοντά σε εσάς και για ποιον λόγο;

Κοιτάξτε, έχω εκπαιδευτεί πολύ περισσότερο στο θέατρο. Στέκομαι πολύ καλά στον χώρο του θεάτρου, νιώθω πολύ οικεία εκεί. Πέρα από την υποκριτική, έχω κάνει κάποιες απόπειρες σκηνοθεσίας, ενώ έχω ασχοληθεί και με την παραγωγή. Επομένως, νιώθω ότι το θέατρο είναι ένας χώρος στον οποίο μπορώ να υπάρχω με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια μιας παράστασης, νιώθω πολύ ζωντανός όταν βρίσκομαι πάνω στη σκηνή. Αντίστοιχα, όμως, με γοητεύει πάρα πολύ και το τηλεοπτικό σετ. Είναι ένας χώρος με άλλους κώδικες και με εντελώς διαφορετικές ταχύτητες. Πρέπει να έχεις πολύ μεγάλη εγρήγορση, να είσαι συνεχώς παρών και έτοιμος να ανταποκριθείς. Αυτό, πολλές φορές, μπορεί να λειτουργεί και αγχωτικά. Παρ’ όλ’ αυτά, είναι ένα μέσο που προσφέρει πολλά πράγματα. Πέρα από την ίδια τη δουλειά και τη δημιουργική διαδικασία, σου δίνει και τη δυνατότητα να επικοινωνήσεις με την αγάπη του κόσμου σε μια ευρύτερη κλίμακα.

Τι συμβουλή θα δίνατε στον νεαρό Τάσο Ιορδανίδη που μόλις τώρα ξεκινά την καριέρα του;

Να είναι υπομονετικός. Να είναι επίμονος. Να είναι σεμνός. Και να τον ενδιαφέρει αμιγώς η δουλειά του. Να προσπαθεί, δηλαδή, να γίνεται καλύτερος, να εμπλουτίζει συνεχώς τα εκφραστικά του μέσα και να δουλεύει πάνω σε αυτά. Να καλλιεργεί την επικοινωνία με τους συναδέλφους του και να προσπαθεί διαρκώς να εξελίσσεται. Και φυσικά, όταν αισθάνεται -αν αισθανθεί ποτέ- ότι αδικείται, να προσπαθεί να το παίρνει ως δώρο. Γιατί, πρώτον, μπορεί να είναι μια δική του ψευδαίσθηση το ότι αδικείται. Και, δεύτερον, ακόμα κι αν πράγματι έχει αδικηθεί, αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως εφόδιο και ως κίνητρο. Μπορεί να τον οδηγήσει σε έναν άλλον δρόμο, ο οποίος τελικά να αποδειχθεί πολύ καλύτερος.

Είναι ένα ιδιαίτερο και απαιτητικό επάγγελμα, στο οποίο εκτίθεστε συνεχώς. Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι αυτής της Τέχνης;

Το πιο δύσκολο κομμάτι αυτής της Τέχνης είναι ότι πρόκειται για έναν χώρο που δεν σου παρέχει ασφάλεια. Μπορεί να βλέπεις τα πράγματα να πηγαίνουν καλά για ένα, δύο, τρία, τέσσερα ή και πέντε χρόνια και, ξαφνικά, τα πράγματα να μην πηγαίνουν τόσο καλά. Οσον αφορά την ίδια την Τέχνη, το δύσκολο είναι ότι έρχεσαι καθημερινά αντιμέτωπος με τον εαυτό σου, με τις ψυχικές αλλά και με τις σωματικές σου αντοχές. Και πρέπει -αν θέλεις να υπάρξεις σε αυτόν τον χώρο- να είσαι προετοιμασμένος γι’ αυτό.

Μπορεί αυτό το συνεχές «μπες-βγες» στους ρόλους, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για δύσκολους και οριακούς χαρακτήρες, να προκαλέσει ψυχική φθορά; Να κάνει, δηλαδή, την υποκριτική επικίνδυνο παιχνίδι;

Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί. Αλλά εκεί οφείλεις να έχεις προπονηθεί σω-στά, ώστε να μπορέσεις να διοχετεύσεις όλη αυτή την ενέργεια που προκαλείται με έναν δημιουργικό και εποικοδομητικό τρόπο.

Ενας καλλιτέχνης τόσο δραστήριος και πολυπράγμων, όσο εσείς, έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;

Είναι πράγματι πολύ επιβαρυμένο το επαγγελματικό μου πρόγραμμα. Είμαι, όμως, τυχερός, γιατί τα τελευταία αρκετά χρόνια βρίσκομαι σε δουλειές που μου αρέσουν, με συναδέλφους τους οποίους απολαμβάνω και χαίρομαι. Και αυτό, από μόνο του, μου δίνει ενέργεια, ώστε να μπορώ να αξιοποιώ ποιοτικά και τον ελεύθερο χρόνο που υπάρχει. Αυτό που, ουσιαστικά, με αποφορτίζει περισσότερο απ’ όλα είναι η καθημερινότητά μου με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου.

Υπάρχει κάποιο απωθημένο, παρ’ όλα όσα έχετε καταφέρει; Κάποια συνεργασία που θέλατε και δεν έγινε ή κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο;

Θα ήθελα να συνεργαστώ με όλους τους Ελληνες καλλιτέχνες, με όλους τους ανθρώπους με τους οποίους θα μπορούσα να συναντηθώ μέσα από τη δουλειά μου. ∆υστυχώς, όμως, δεν θα μας πάρει ο χρόνος. ∆εν είναι, όμως, απωθημένο αυτό. Είναι περισσότερο μια ανάγκη επικοινωνίας, μια ανάγκη να μαθαίνω καινούργιες «γλώσσες». Κατά τα άλλα, όχι, δεν μπορώ να πω ότι έχω απωθημένα. ∆εν μπορώ να αισθάνομαι ότι κάτι μου λείπει επειδή δεν συνέβη.

Το ζητούμενο, δηλαδή, πάνω στη σκηνή αλλά και στη σχέση με τον κόσμο είναι πάντα η επικοινωνία;

Απολύτως. Η επικοινωνία είναι το βασικό ζητούμενο. Η Τέχνη μπορεί να δείξει έναν άλλο δρόμο, να είναι η απάντηση -ή, έστω, μία απάντηση- σε καιρούς δύσκολους και μπερδεμένους, όπως αυτοί που ζούμε σήμερα; Νομίζω πως ναι. Αρκεί, βέβαια, ο άνθρωπος που έρχεται σε επαφή μαζί της να είναι ανοιχτός και διαθέσιμος να εισπράξει αυτό που μπορεί να του προσφέρει.

Πώς βλέπετε το θέατρο σήμερα και πώς βλέπετε την επόμενη μέρα;

Βλέπω ότι είναι πολύ πλούσιο και πολύ ζωντανό. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές οπτικές, η καθεμία με τη δική της γοητεία. Υπάρχουν πολλοί δημιουργοί, σκηνοθέτες, πολύ ωραίες συνεργασίες, νέα παιδιά καλλιεργημένα και εκπαιδευμένα. Υπάρχουν και οι παλαιότεροι ηθοποιοί, οι οποίοι ενδιαφέρονται για τη συνέχεια και πολλές φορές έχουν και τη διάθεση να καθοδηγήσουν σωστά και με δόκιμο τρόπο. Βλέπω, επίσης, τον κόσμο να ενδιαφέρεται για όλο αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο ελληνικό θέατρο. Και, κακά τα ψέματα, το θέατρο είναι μια Τέχνη η οποία έχει διανύσει τεράστια απόσταση. Παρά τη ραγδαία εξέλιξη και την άνοδο της τεχνολογίας, το θέατρο είναι μια Τέχνη που θα βρει τον δρόμο της και θα βρει τις διεξόδους της. Και θα συνεχίσει να προσφέρει αυτή την αγωγή της ψυχής, την οποία ο κόσμος θα έχει διαχρονικά ανάγκη. Ολοι μας πολλές φορές κοιτάμε μια οθόνη. Το θέατρο μας κάνει να σηκώνουμε το κεφάλι και να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον…

Κυριακάτικη Απογευματινή