Η Βουλγαρία έγινε γνωστή στο ευρύ εγχώριο κοινό µε την είσοδό της στο ευρώ, από την αρχή του 2026, µε τις συγκρίσεις για το επίπεδο ζωής µε την Ελλάδα και πριν από λίγα 24ωρα µε την εκλογή του µετριοπαθούς (;), φιλορώσου (;), πραγµατιστή (;) Ρούµεν Ράντεφ, επικεφαλής του κόµµατος Προοδευτική Βουλγαρία. Είναι ακόµη µια σηµαντική πολιτική εξέλιξη στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, µετά την ανατροπή του καθεστώτος Ορµπαν και την εκλογή του Πέτερ Μαγκιάρ στην Ουγγαρία.
Η εκτεταµένη διαφθορά σε κάθε κλίµακα ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που ο Ράντεφ -πιλότος µαχητικού Μινγκ στα νιάτα του- κέρδισε κατά κράτος τους αντιπάλους του. Με µάλλον καθαρό «πολιτικό µητρώο», εξήγγειλε το χτύπηµα της διαφθοράς σε µια χώρα που εδώ και πολλά χρόνια υποφέρει από σκάνδαλα, εξαγορά ψήφων και διάβρωση της ∆ικαιοσύνης από ολιγάρχες που µονοπωλούν εγχώριους πόρους και νέµονται ευρωπαϊκά κονδύλια.
Με την εκλογή Ράντεφ φαίνεται να κλείνει προς το παρόν ένας από τους πιο παρατεταµένους κύκλους ακυβερνησίας στους κόλπους της Ε.Ε. Ενδεικτικά, µόνο τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν διεξαχθεί 8 (!) βουλευτικές εκλογές. Μιλάµε δηλαδή για µια δοµική πολιτική αστάθεια και όχι για ένα προϊόν συγκυριών. Η ακυβερνησία στη χώρα ήταν αποτέλεσµα ενός χωρίς προηγούµενο κατακερµατισµού του πολιτικού συστήµατος. Οι περισσότερες εκλογικές αναµετρήσεις έγιναν έπειτα από αδυναµία συγκρότησης κυβερνήσεων συνασπισµού ή κατάρρευσής τους λίγους µήνες µετά τον σχηµατισµό τους, εξαιτίας όχι µόνο βασικών διαφωνιών, αλλά και σκανδάλων των εµπλεκόµενων πολιτικών φορέων και προσώπων. Ενας φαύλος κύκλος, που έφτασε να αυτοτροφοδοτείται από τη συµπεριφορά των κοµµατικών µηχανισµών.
Είναι φανερό ότι η εκλογή Ράντεφ προκαλεί προβληµατισµούς στις Βρυξέλλες, σε ό,τι αφορά τη στήριξη βασικών επιλογών, όπως τη στήριξη της Ουκρανίας. Είναι επίσης ηλίου φαεινότερο πως η Μόσχα µόνο δυσαρεστηµένη δεν δείχνει από την αλλαγή στη Βουλγαρία. Οµως ας σταθούµε εδώ στη λιγότερο γνωστή πλευρά των πραγµάτων, δηλαδή στο πώς ο πολιτικός κατακερµατισµός έγινε ο βασικός παράγοντας που οδήγησε σε παραλυσία διακυβέρνησης για πέντε ολόκληρα χρόνια.
Μέχρι το 2020 δύο κόµµατα κυριαρχούσαν στην πολιτική σκηνή. Το συντηρητικό GERB από τη µια και το κεντροαριστερό Βουλγαρικό Σοσιαλιστικό Κόµµα. Οι πολιτικές ταυτότητες όµως, όπως αποδείχθηκε, µικρή σηµασία έχουν για τον πραγµατικό ρόλο των δύο κοµµάτων. Μετά το 2009, το GERB µονοπώλησε την πολιτική εξουσία, έχοντας στο τιµόνι τον πολύ Μπόικο Μπορίσοφ. Ακολούθησε µια δεκαετία όπου το πράγµα ξέφυγε: ο Μπορίσοφ έγινε συνώνυµο της σπατάλης, της διασπάθισης κρατικών πόρων και αρωγός ενός ισχυρού πελατειακού δικτύου. Η διαφθορά διέβρωσε τον κοινωνικό ιστό, αποσυνέθεσε το πολιτικό σύστηµα και µε τις ογκώδεις διαδηλώσεις διαµαρτυρίας του 2020-21 είχαµε νέα πολιτική τάξη πραγµάτων.
Τουλάχιστον 4 αντισυστηµικά κόµµατα αναδείχθηκαν και η Βουλγαρία µπήκε σε φάση πολιτικής παράλυσης. Τα νέα κόµµατα αρνούνταν να συνεργαστούν µε τα δύο κραταιά, που πλέον δεν διέθεταν πλειοψηφίες διακυβέρνησης. Η τοξικότητα κλιµακώθηκε, η πόλωση οδήγησε σε άρνηση συµβιβασµών και αίφνης τα µικρά κόµµατα συνειδητοποίησαν, ως κυβερνητικοί εταίροι, ότι µπορούσαν να ρίξουν την κυβέρνηση, αυξάνοντας τη… διαπραγµατευτική τους ικανότητα να παίξουν τον ρόλο του ρυθµιστή. Ο µεγαλοεπιχειρηµατίας και δυνάστης των ΜΜΕ, Ντελιάν Πεέφσκι, ήταν από αυτούς που έκαναν αντίστοιχα παιχνίδια εξουσίας. Ετσι, τα µικρότερα κόµµατα -τα περισσότερα τουλάχιστον- έγιναν και αυτά µέρος του προβλήµατος.
Κάπου ο κόσµος απηύδησε και πήρε τη «σκούπα» στις εκλογές του Απριλίου 2026, σε µια προφανή βούληση να υπάρξει αλλαγή πορείας. Το κόµµα του Μπ. Μπορίσοφ πήρε µόλις 13,1%, ενώ στις εκλογές του Οκτωβρίου 2024 ήταν πρώτο κόµµα µε 26,4%. Το κόµµα του Πεέφσκι έπεσε από το 11,5%, το 2024, στο 5,7%.
Οι επιπτώσεις της πενταετούς ακυβερνησίας είναι δύσκολο να αποτιµηθούν στην έκτασή τους. Ενα ολόκληρο σύµπλεγµα σχέσεων µεταξύ πολιτικής, επιχειρηµατικών συµφερόντων και απαξιωµένων θεσµών παγίδεψε τη χώρα σε µια ιδιότυπη στασιµότητα. Αν και δεν είχαµε φαινόµενα κατάρρευσης, κατά γενική οµολογία µπήκε φρένο στην οικονοµική ανάπτυξη, µε ρυθµούς κάτω από τον µέσο όρο σύγκλισης των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης µε την Ε.Ε. Μεταρρυθµίσεις «κόλλησαν», οι ξένες επενδύσεις, λόγω της πολιτικής αστάθειας αλλά και της έλλειψης κανόνων δικαίου, έµειναν στο ράφι. Η Βουλγαρία δεν είναι µόνο η φτωχότερη χώρα της Ε.Ε. σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αλλά και η χώρα µε υψηλή εισοδηµατική ανισότητα. Το δίδυµο «διαφθορά και ακυβερνησία» αποδείχθηκε «συνδυασµός που σκοτώνει».
∆εν είναι σώφρον να βγαίνουν βιαστικά συµπεράσµατα για τα καθ’ ηµάς. Οµως τελικά η διαφθορά δεν είναι εύκολο να παραγράφεται ως έλασσον στη στάθµιση των πολιτικών πραγµάτων στη χώρα, ιδιαίτερα όταν αυτή έχει επιπτώσεις στην καθηµερινότητα των πολιτών. Παράλληλα, ο πολιτικός πολυκερµατισµός, όταν οδηγεί σε δοµική ακυβερνησία, ωθεί την κοινή γνώµη σε αναζήτηση λύσεων σταθερότητας, µε τρόπους που δεν είναι εύκολα προβλέψιµοι. Ετσι, στη Βουλγαρία η λύση δόθηκε από την κάλπη µε έναν τρόπο που στη γειτονική µας χώρα το θεωρούσαν επί χρόνια αδιανόητο: µε την αυτοδυναµία σε ένα κόµµα χωρίς παρελθόν.
Κυριακάτικη Απογευματινή










