Πρώτη φορά βρέθηκα στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών το 2019, στις αρχές Μαρτίου που είχε διεξαχθεί εκείνη τη χρονιά. Όλοι γνώριζαν ότι ήταν η τελευταία τέτοιου βεληνεκούς διοργάνωση πριν από τις εθνικές εκλογές και τα βλέμματα ήταν στραμμένα τόσο στους υπουργούς της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ όσο και στους βουλευτές και στα εξωκοινοβουλευτικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας που «προαλείφονταν» για υπουργικές ή άλλες υψηλόβαθμες δημόσιες θέσεις σε περίπτωση επικράτησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στις κάλπες. Οι πολιτικές συζητήσεις ήταν ζωηρές, το ενδιαφέρον έντονο, τα συμπεράσματα πολιτικής πολλά και χρήσιμα.
Το Οικονομικό Φόρουμ που ολοκληρώθηκε το περασμένο Σάββατο στους Δελφούς ήταν επίσης το τελευταίο πριν από τις εθνικές εκλογές, είτε αυτές γίνουν τελικά το φθινόπωρο είτε, όπως είναι το πιθανότερο, την επόμενη άνοιξη. Σε μια συζήτηση από τις πολλές που γίνονταν στο περιθώριο του επίσημου προγράμματος, ακούστηκε ένα στέλεχος κόμματος της αντιπολίτευσης να λέει στην ομήγυρη: «Αισθάνεστε ότι φέτος τα πράγματα ήταν κάπως πιο χαλαρά, πιο flat (σ.σ. επίπεδα);». Το Φόρουμ, βέβαια (μια πραγματικά σπουδαία διοργάνωση) καλεί τους πρωταγωνιστές της πολιτικής και οικονομικής σκηνής και εκείνοι αποτυπώνουν με τη σειρά τους την πραγματικότητα που υπάρχει στη σκηνή αυτή: Με τα λόγια του προαναφερθέντος κομματικού στελέχους, «flat».
Ας επιχειρήσουμε να δούμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό και γιατί υπάρχει αυτή η αίσθηση. Μια πολύ σύντομη αναδρομή στην τελευταία εικοσαετία περίπου, αρκεί. Τη δεκαετία του ’80 και τη μισή του ’90 εξάλλου κυριαρχούσαν στην πολιτική ζωή τρία πρόσωπα τα οποία είχαν ηγετικό ρόλο προδικτατορικά ακόμα (οι Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανδρέας Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Μητσοτάκης) και των οποίων η δημόσια παρουσία και μόνο αρκούσε για να κρατήσει αναμμένα τα πολιτικά πάθη και σε υψηλό επίπεδο το ενδιαφέρον. Προεκλογικά, το 2004, ο Κώστας Καραμανλής είχε καταφέρει να χτίσει πρωθυπουργικό προφίλ, είχε βρει ένα εύπεπτο σύνθημα στην «επανίδρυση του κράτους» και είχε υπέρ του την κόπωση από την ενδεκαετή συνεχή διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Το 2009, στον απόηχο της δολοφονίας Γρηγορόπουλου και της ύφεσης της οικονομίας που είχε ξεκινήσει, το πολιτικό θερμόμετρο ήταν στα ύψη, ενώ ο Γιώργος Παπανδρέου έφερνε φρέσκιες ιδέες και νέα πρόσωπα στο πολιτικό προσκήνιο. Την πενταετία που ακολούθησε το ποιος θα καταργήσει πιο γρήγορα και πιο δραστικά τα μνημόνια αρκούσε για να φουντώνει σταθερά τον προεκλογικό διάλογο, ενώ το 2019 η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης υιοθέτησαν μια εύληπτη ατζέντα, με πυρήνα της τους λιγότερους φόρους και την περισσότερη ασφάλεια.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος Απριλίου του 2026, το πολύ ένα χρόνο πριν από τις κάλπες των εθνικών εκλογών. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να θέσει -επί του παρόντος τουλάχιστον- ως διακύβευμα της κάλπης το κράτος δικαίου, χωρίς ωστόσο να κομίζει μείζονες θεσμικές προτάσεις, όπως κάποτε είχε όντως πράξει το κόμμα αυτό, που έφερε τον νόμο για το ΑΣΕΠ και την τομή της Διαύγειας στα οικονομικά της δημόσιας διοίκησης. Μέσα σε ενάμιση χρόνο από την επανεκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη στην ηγεσία του κόμματος, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι πέτυχε σε αυτό το διάστημα μία άνοδο της τάξης των δύο με τριών μονάδων, αλλά μέχρι εκεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μία φάση διαρκούς συρρίκνωσης, κόμματα όπως η Νέα Αριστερά και η ΝΙΚΗ μοιάζουν να έχουν αποδεχθεί ότι δύσκολα θα καταφέρουν να είναι και στην επόμενη Βουλή, ενώ άλλα κόμματα συναγωνίζονται για τη λεγόμενη αντισυστημική ψήφο.
Μία ακόμα ιδιαιτερότητα της εποχής: Τα αποκαλούμενα και πολιτικά στελέχη με ειδικό βάρος, που έχουν διατελέσει δηλαδή στο παρελθόν υπουργοί, δεν υπάρχουν πια. Οι υπουργοί των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019 έχουν πάει ως επί το πλείστον σπίτι τους ή στη Νέα Αριστερά, οι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ στη συγκυβέρνηση 2012-2015 με τη ΝΔ έχουν επίσης, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, αποσυρθεί – οι μόνοι με πρακτική γνώση διακυβέρνησης από την τελευταία 15ετία ανήκουν στον χώρο του κυβερνώντος κόμματος. Το ΠΑΣΟΚ διαθέτει αρκετά καλά στελέχη, αλλά όχι ηγετική ομάδα, ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει παρουσιάσει ακόμα τα πρόσωπα με τα οποία θα διεκδικήσει την επιστροφή του.
Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η κατάσταση στην πολιτική σκηνή της χώρας και όποιος είχε τη διάθεση να παρακολουθήσει τις εργασίες του πολύ ενδιαφέροντος τετραήμερου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών το διαπίστωσε. Οι πιο προβεβλημένες και πολυσυζητημένες τοποθετήσεις ήταν από πρόσωπα εκτός Ελλάδας (Λάουρα Κοβέσι, Έντι Ράμα) ή από πρόσωπα εκτός ενεργού πολιτικής, όπως ο Ευάγγελος Βενιζέλος ή από κυβερνητικά στελέχη, που έβγαλαν ειδήσεις σε επίπεδο επικείμενων μεταρρυθμίσεων και πρωτοβουλιών.
«Να μάχεσαι με αργυρές λόγχες και θα κερδίσεις όλες τις μάχες», φέρεται να είχε πει η Πυθία από το Μαντείο των Δελφών στον βασιλιά Φίλιππο της Μακεδονίας, με τον χρησμό να αναφέρεται στα ασημένια νομίσματα του βασιλείου του. Αν τα κόμματα της αντιπολίτευσης που διεκδικούν -στα λόγια, τουλάχιστον- την εξουσία ασχοληθούν περισσότερο με την οικονομία και πείσουν τους επιχειρηματίες, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους μισθωτούς ότι έχουν τον τρόπο να βελτιώσουν τις απολαβές τους και το πραγματικό τους εισόδημα, μπορεί να σηκωθούν λίγο πάνω από το «flat» του δημοσίου διαλόγου.
Εφημερίδα Απογευματινή










