«Θα επενδύσουμε πραγματικά στην αξία της εργασίας ή θα συνεχίσουμε να την απαξιώνουμε;». Το συγκεκριμένο ερώτημα έθεσε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, σε δήλωσή του για την καθιέρωση μέχρι και 32 ωρών εργασίας, με πλήρεις αποδοχές. Δεν θα μπούμε στην ουσία της πρότασης, θα σταθούμε όμως στο κρίσιμο ζήτημα της απαξίωσης της εργασίας. Οι αιτίες δεν είναι δυνατόν να αναζητούνται μόνο σε παραδοσιακούς μηχανισμούς. Ο κρίσιμος παράγοντας που φέρνει τα πάνω-κάτω είναι η ραγδαία ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) και στις εργασιακές σχέσεις. Πλέον, οι κίνδυνοι απαξίωσης αλλάζουν πίστα και γίνονται τρομακτικά άμεσοι.
Η συρρίκνωση των δεξιοτήτων είναι μια άμεση συνέπεια εφαρμογής της ΤΝ στην παραγωγή. Κρίσιμες ή γνωστικές εργασιακές λειτουργίες αφαιρούν από τους εργαζόμενους ένα σημαντικό πεδίο δράσης, τους καθιστά αναλώσιμους και, πάντως, τους μειώνει τη διαπραγματευτική τους δύναμη.
Η δυναμική επέκταση της αυτοματοποίησης στην παραγωγή μειώνει τη ζήτηση για συγκεκριμένες θέσεις εργασίας ακόμα και αν αυτές δεν καταργούνται. Το αποτέλεσμα είναι ρόλοι με λιγότερη πολυπλοκότητα, χαμηλότερη αμοιβή και περιορισμένη εξέλιξη. Μήπως όμως η ΤΝ θα έπρεπε να είναι αρωγός στο αίτημα για λιγότερες ώρες εργασίας; Δυστυχώς, εκδηλώνεται η αντίθετη τάση. Μελέτη στο Harvard Business Review (2026) δείχνει ότι η χρήση ΤΝ οδηγεί σε ταχύτερους ρυθμούς, διεύρυνση καθηκόντων και επέκταση του εργάσιμου χρόνου, χωρίς ισόρροπη μείωση απαιτήσεων. Επιπλέον, η τυποποίηση των δεξιοτήτων μέσω της ΤΝ ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ των εργοδοτών. Εκτός όμως από τους κινδύνους απαξίωσης της μισθωτής εργασίας, υπάρχει ορατός κίνδυνος συρρίκνωσης επαγγελμάτων -όπως οι δικηγόροι, οι μηχανικοί- με αντίστοιχη μείωση των εισοδημάτων τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συνεισφορά τους στον «κοινωνικό κορβανά».
Φυσικά, η τάση αυτή δεν είναι μονόδρομος. Όταν η ΤΝ αξιοποιείται για αναδιάταξη ροών εργασίας και μη ανταγωνιστική συνεργασία ανθρώπου-μηχανής μπορεί να έχουμε ανακοπή της απαξίωσης της εργασίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει αυτόματα. Απαιτεί πολιτικές επιλογές-οι οποίες δεν υφίστανται προς το παρόν. Απαιτεί αλλαγή προτεραιοτήτων στις επεξεργασίες των κομμάτων-που δεν τις βλέπουμε στον ορίζοντα. Προϋποθέτει ευρύτερες συναινέσεις-ό,τι πιο σπάνιο στο πολιτικό τοπίο των ημερών. Ακόμα, ζητείται η εμπλοκή ευρύτερων φορέων -κυρίως των συνδικάτων- για μια ολοκληρωμένη επεξεργασία λύσεων. Όλα αυτά είναι «συστατικά» που χρειάζονται, αλλά λείπουν σήμερα, αφήνοντας τα πράγματα να κυλούν εις βάρος των άμεσα ενδιαφερομένων – των ανθρώπων της εργασίας.










