Το γεγονός ότι χθες βρισκόταν στην Αθήνα ο ισχυρός άνδρας της νεότερης γενιάς της οικογένειας Χαφτάρ, που κυριαρχεί στη διοίκηση της Ανατολικής Λιβύης, για συνομιλίες σε πολύ θετικό κλίμα στο υπουργείο Εξωτερικών αλλά και στο Μέγαρο Μαξίμου σε συνάντηση με τον πρωθυπουργό, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα συγκυριακό γεγονός. Έχουν προηγηθεί πρωτοβουλίες, αποστολές και συζητήσεις σε επίπεδο οικονομικής διπλωματίας μεταξύ των δυο πλευρών. Και μάλιστα αυτές οι κινήσεις ήταν μέρος των άλλων με την πλευρά της Τρίπολης στη Λιβύη και με συνομιλητές τα ηγετικά στελέχη της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας Ντμπέιμπα. Οι συζητήσεις και το παρασκήνιο στην Τρίπολη αφορούσε κατεξοχήν την προσπάθεια σε πολιτικό και τεχνικό επίπεδο οι δυο χώρες να συμφωνήσουν ως προς τη διαδικασία χάραξης των θαλασσίων συνόρων μεταξύ τους. Η επίσκεψη του Σαντάμ Χαφτάρ στην Ελλάδα ακολούθησε τις συνομιλίες στην Τρίπολη των τεχνικών κλιμακίων των δύο ΥΠΕΞ, ενώ η ατζέντα με τη Βεγγάζη πέραν από τις επιχειρήσεις έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στο μεταναστευτικό και στην ανάσχεση των ροών από την Αφρική στην Ευρώπη με επίκεντρο το Τομπρούκ, που διατηρούν πλήρη έλεγχο οι Χαφτάρ.
Η επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας με ενεργό εμπλοκή του υπουργού κ. Γεραπετρίτη στη γενική θεώρηση πραγμάτων που έχει συμφωνηθεί με τον πρωθυπουργό είναι ότι ενώ είχε αποκτήσει μέχρι και πριν από κάποιους μήνες πολύ ισχυρό πλεονέκτημα στη Λιβύη η Τουρκία, τόσο τη Δυτική (Τρίπολη) όσο και την Ανατολική (Βεγγάζη), με παραγωγικές κινήσεις και χωρίς τυμπανοκρουσίες η Ελλάδα ανέκτησε την επαφή της με την οικογένεια Χαφτάρ στην Κυρηναϊκή και δόμησε αξιόπιστες συνομιλίες με μικρές εντάσεις και περιπλοκές στους ενδιάμεσους χρόνους με τη Δυτική.
Ελλάδα και Λιβύη είχαν παραδοσιακά καλές σχέσεις επί της εποχής Καντάφι τόσο στις δεκαετίες 1960-1970 όσο και στη Μεταπολίτευση και στην εποχή της πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου. Η Λιβύη έχασε πλήρως τη συνοχή της με την πτώση του καθεστώτος και με καταλύτη τα όσα εξελίχθηκαν όταν η «Αραβική Άνοιξη» σάρωσε τις χώρες της Βορείου Αφρικής, κατέληξε εν μέσω εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων των φυλών ένα «failed state» στη Νότιο Μεσόγειο. Σε κατάσταση πλήρους περιδίνησης ελέγχθηκε η ηγεσία της στην Τρίπολη από την Τουρκία, με την οποία συμφωνήθηκε το Μνημόνιο για τη χάραξη ΑΟΖ μεταξύ χωρών που δεν είναι ούτε αντικείμενες ούτε παράπλευρες ως προς τη γεωγραφία των ακτών τους. Ένας πλήρης παραλογισμός δηλαδή. Στο περιβάλλον αυτό η Ελλάδα απώλεσε ή δεν υπηρέτησε όσο έπρεπε την ειδική σχέση που είχε αναπτύξει με την οικογένεια Χαφτάρ και την Ανατολική Λιβύη στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, με τον κ. Δένδια στην ηγεσία του ΥΠΕΞ.
Σήμερα με μεγάλες αμερικανικές ενεργειακές εταιρίεες όπως η ExxonMobil και η Chevron να δραστηριοποιούνται στην ευρύτερη περιοχή εντός των συνόρων τόσο της Ελλάδας όσο και της Λιβύης, άρα και στο πεδίο των υπό διαμόρφωση θαλάσσιων συνόρων τους, το κοινό συμφέρον είναι να υπάρξουν θεσμικές διεργασίες για τον ορισμό αυτών των συνόρων με οριστικό τρόπο. Στο τεχνικό επίπεδο τα δύο υπουργεία Εξωτερικών μελετούν προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τυχόν διαφωνίες τους, ενώ η μεθοδολογία της «μέσης γραμμής» διευκολύνει τις εξελίξεις.
Είναι ενδιαφέρον να υπογραμμισθεί ότι η ελληνική στρατηγική δεν ενθάρρυνε σενάρια διχοτόμησης της Λιβύης σε Δυτική και Ανατολική (Κυρηναϊκή) και στην παρούσα πλέον φάση οι συζητήσεις Ελλάδας – Λιβύης σε όλα τα επίπεδα ενισχύουν τη συνεκτικότητα και διάδραση με το ενιαίο κράτος.
Τα ελληνικά συμφέροντα είναι κρίσιμα σε σχέση με τη γεωπολιτική της Ανατολικής Μεσόγειου σε όλο το μέτωπο που ξεκινά από τον Λίβανο (επίσης «failed state» εξαιτίας της Χεζμπολάχ) μέχρι τη Λιβύη με κύριες χώρες στη συγκεκριμένη γεωγραφία την Αίγυπτο πρωταρχικά, το Μαρόκο και την Τυνησία στο Μαγκρέπ. Η Ελλάδα επιζητεί επέκταση των ζωνών πλήρους δικαιοδοσίας στα 12 ν.μ. και οριοθέτησης των ζωνών οικονομικής εκμετάλλευσης σε όλη αυτήν την περιοχή. Κάτι που δεν συμφέρει μόνον την ίδια αλλά και όλες αυτές τις χώρες με αντικείμενες ακτές. Απέναντι σε αυτούς τους σχεδιασμούς παραμένει φυσικά η Τουρκία. Η Ελλάδα όμως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, με πλεονεκτικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Ισραήλ και τις αραβικές ηγεσίες του Κόλπου ή της Εγγύς Ανατολής, μπορεί να επιφέρει θετικές εξελίξεις πριν από τις επερχόμενες εθνικές εκλογές.
Εφημερίδα Απογευματινή











