Κατά την ομιλία του την ημέρα (Θησείο, 26/5/26) της ίδρυσης της ΕΛΑΣ ο Αλέξης Τσίπρας μνημόνευσε τον Ρήγα Βελεστινλή, τον Μαρίνο Αντύπα, την Ηλέκτρα Αποστόλου, τον Γρηγόρη Λαμπράκη και τον Νικηφόρο Μανδηλαρά.
Εμβληματικές προσωπικότητες όλες τους, όμως δεν ταυτίζονται απόλυτα με συγκεκριμένους κομματικούς χώρους, αλλά με μεγάλες στιγμές της ιστορίας της χώρας μας. Που σημαίνει ότι ο κ. Τσίπρας, δημιούργησε ένα κόμμα το οποίο εμφανώς δεν (θέλει να) αποτελεί τη μετεξέλιξη του ΚΚΕ Εσωτερικού, της ΕΑΡ, του Ενιαίου Συνασπισμού, του Συνασπισμού και πολύ περισσότερο του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ένα κόμμα της νέας εποχής, που λίγο δείχνει να ενδιαφέρεται για τις πολιτικές ταμπέλες, άλλωστε από την εκφορά του λόγου των περισσότερων στελεχών του κόμματος οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι αποτελεί ένα σχήμα ευρύτερο, που δεν εστιάζει στα αριστερά ένσημα και στο ένδοξο παρελθόν, ούτε έχει εμμονή με τις ιδεολογίες ταυτίσεις. Βεβαίως, τον τόνο τον δίνει σε κυρίαρχο βαθμό ο κ. Τσίπρας, που στη συνείδηση όλων είναι καταχωρημένος στην Αριστερά. Τώρα, αν τα προαναφερθέντα είναι «καλά» ή «κακά» είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης.
Εστιάσαμε στην ταυτότητα της ΕΛΑΣ για να καταδείξουμε ότι υπάρχει ένα πολιτικό κενό στην ιστορική συνέχεια της, πέραν του ΚΚΕ, Αριστεράς. Από τη στιγμή που ο κ. Τσίπρας απορρίπτει τον ρόλο του συνεχιστή, δεν υπάρχει άλλος που να μιλάει στο όνομα όσων το 1968 πήραν την απόφαση να διαρρήξουν τη σχέση τους με το ΚΚΕ. Σαν να προέκυψε ένα τέλος στην ιστορία ενός ιδεολογικού ρεύματος, που παρότι δεν ήταν μεγάλο σε μέγεθος ήταν τεράστιο σε επιρροή και συμβολή στον εκδημοκρατισμό της Ελλάδος. Από αυτή, λοιπόν, την άποψη και παρά τα εγκληματικά λάθη που έγιναν στο παρελθόν έχει την αξία του να συνεχίσει να υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ. Και προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι η συνεργασία του -για αρχή- με τη Νέα Αριστερά. Δεδομένου ότι η επικεφαλής του σχήματος, Ρένα Δούρου και ο γραμματέας, Νίκος Παππάς, είναι απολύτως θετικοί σε αυτή την προοπτική και δείχνουν έτοιμοι να κάνουν όλες τις αναγκαίες κινήσεις, το βάρος πέφτει σε συγκεκριμένα στελέχη της Νέας Αριστεράς και σε όσους κινούνται στον ευρύτερο χώρο. Θέλω να πιστεύω ότι προσωπικότητες όπως ο Νίκος Βούτσης, ο Νίκος Φίλης, η Σία Αναγνωστοπούλου, ο Δημήτρης Παπαδημούλης κ.ά. αντιλαμβάνονται ότι δεν πρέπει να «πεθάνει» στα χέρια τους αυτός ο χώρος, ότι θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων αλλά και της διαδρομής τους και δεν θα επηρεαστούν από τις παιδικές ασθένειες της Αριστεράς (βλ. αριστερισμός) ούτε από την εμμονή στην ιδεολογική καθαρότητα. Αναφέρομαι στα συγκεκριμένα στελέχη διότι έχουν το κύρος και τη μεγάλη πολιτική εμπειρία να πάρουν τις πρωτοβουλίες που πρέπει για να συνεχίσει να υπάρχει ο ανανεωτικός χώρος, να συνεχίσει να εκδίδεται η «Αυγή», να συνεχίσουν να λειτουργούν τα ΑΣΚΙ (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας) κ.λπ. Και τέλος, συναισθηματικά γράφοντας, για να υπάρχουν έστω κάποιοι λίγοι και γενναίοι που θα συνεχίσουν να μιλούν στο όνομα του Λεωνίδα Κύρκου, του Γρηγόρη Γιάνναρου, του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, του Γιάννη Μπανιά, του Τάκη Μπενά, του Βασίλη Νεφελούδη, του Άγγελου Ελεφάνη και τόσων άλλων πολιτικών γιγάντων που έδωσαν τη ζωή τους και την ψυχή τους για την Ανανεωτική Αριστερά.
Εφημερίδα Απογευματινή










