Θα ήταν ανόητη αν δεν ήταν επικίνδυνη η αντίληψη που επιχειρούν να δημιουργήσουν δυνάμεις της ελληνικής αντιπολίτευσης στην υπογραφή συμφωνίας στρατιωτικής αμυντικής ή αποτρεπτικής σε όσα εξελίσσονται με επιτιθέμενο το Ιράν των Φρουρών της Επανάστασης. Τι λένε σε δηλώσεις υψηλής έντασης για παράδειγμα ο Βελόπουλος από τα δεξιά ή η Κωνσταντοπούλου από τα αριστερά και αναπαράγουν οι «υπερπατριώτες» πολιτικοί και δημοσιογράφοι του συντηρητικού χώρου; Από τη στιγμή που υπεγράφη το σύμφωνο της Μέκκας για αμυντική συνεργασία Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας, η Ελλάδα, που διατηρεί διμερή συμφωνία, σε πρακτικό μάλιστα επίπεδο, στρατιωτικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία, διατηρώντας πυροβολαρχία Patriot και προσωπικό εγκατεστημένο για τη λειτουργία της εκεί για την προστασία κεντρικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων του βασιλείου των σουνιτών, να αποτραβηχθούμε από τη δράση αυτή. Να καταγγείλουμε δηλαδή τη συνεργασία στο πεδίο. Και αυτό να το κάνουμε αφού έχει αξιολογηθεί με διθυραμβικό τρόπο η επιτυχία της συνεργασίας αυτής σε καιρό πολέμου.
Οι άνθρωποι αυτοί που εισηγούνται κάτι τέτοιο είναι τελικά ανόητοι ως προς τη σκέψη τους και επικίνδυνοι στους σύνθετους καιρούς που διερχόμεθα ως πολιτικοί, σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής και εθνικής ασφάλειας της Ελλάδας.
Η συμφωνία Σαουδικής Αραβίας – Πακιστάν – Τουρκίας συζητείται στο παρασκήνιο αλλά με διαρροές στα διεθνή μίντια τον τελευταίο χρόνο. Υπάρχουν ήδη αναλύσεις και σχόλια τους προηγούμενους μήνες για τα προβλήματα που προκύπτουν στην τακτική μας σε σχέση με την επιθετικότητα της Τουρκίας σε διμερές επίπεδο. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η τελική υπογραφή της στρατιωτικής συμφωνίας στη Μέκκα θα μπορούσε να ανασχεθεί έπειτα από αρνητική τοποθέτηση της Ελλάδας σχετικά.
Ουσιαστικά βρισκόμαστε στην επόμενη μέρα του τέλους εποχής της αμερικανικής ηγεμονίας στην ασφάλεια των κρατών των Αράβων, με αντάλλαγμα τη χρήση του πετροδολαρίου στις πετρελαϊκές συναλλαγές διεθνώς. Τελειώνει, με δραματικό μάλιστα τρόπο, η διαχείριση μιας παγκοσμιοποίησης που στην αφετηρία της είχε τους πολέμους στη Μέση Ανατολή της εποχής των Μπους στην προεδρία των ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Είναι σαφές όπως και στην Ευρώπη με το μεταπολεμικό Ατλαντικό Σύμφωνο ότι οδεύουμε σε μια νέα εποχή, όπου οι Αμερικανοί θα επικεντρωθούν στην Αμερική ως ήπειρο, το μέτωπο του Ειρηνικού και την Αρκτική και περιφερειακές δυνάμεις θα αναλάβουν την ευθύνη των γεωπολιτικών περιοχών που τους αφορούν. Η τριμερής της Μέκκας είναι μια πρώτη συμφωνία αυτής της νέας εποχής από την πλευρά των σουνιτών.
Η επιδίωξη της Ελλάδας στην κεντρική περιφερειακή πολιτική της από τη Μεσόγειο στην Ινδία δεν μπορεί να είναι «χολερική», όπως προτρέπουν δυνάμεις της αντιπολίτευσης, αλλά δυναμική. Η εν λόγω συμφωνία φυσικά βγάζει από μια δύσκολη θέση την Τουρκία που ματαιόδοξη δύναμη κήρυξε τον πόλεμο στην Ιερουσαλήμ. Τουλάχιστον ρηματικά. Αλλά η εν λόγω συμφωνία, όπως ρητά αναφέρεται, δεν ακυρώνει με τη συνομολόγησή της ισχύουσες συμφωνίες στρατιωτικού τύπου διμερείς ή πολυμερείς.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να συνεχίσει με τις δικές της συμμαχίες να προκρίνει τα εθνικά κα γεωπολιτικά της συμφέροντα, όπως η ηγεσία της τα ορίζει. Η υπογραφή της συμφωνίας για τη γαλλική πλειοψηφία για παράδειγμα του GSI δεν αρέσει στην Τουρκία. Και λοιπόν;
Το κρίσιμο της επόμενης ημέρας της συμφωνίας στη Μέκκα είναι ποια θα είναι η στάση της Αιγύπτου σχετικά με τον άξονα των σουνιτών. Αλλά για την Ελλάδα, που κορυφαία προτεραιότητα ανατολικά είναι ο IMEC, σημασία έχει μια συμφωνία της 3+1 με Ισραήλ, Κύπρο αλλά και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ινδία, μήπως Γαλλία και ούτω καθεξής, που θα είναι επίσης ανοιχτή σε σουνιτικές δυνάμεις όπως η Αίγυπτος και τα βασίλεια του Κόλπου. Πολλαπλές συμφωνίες είναι ο δρόμος και όχι η ακύρωση της συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία.
Εφημερίδα Απογευματινή









