Οι νέοι έχουν επιστρέψει στα πανηγύρια και πρωταγωνιστούν σε αυτά στο «Πάσχα του καλοκαιριού». Η παρατήρηση αυτή δημιούργησε έκπληξη τα τελευταία χρόνια και σχολιάζεται ποικιλοτρόπως. Γενικά καθετί που αποπνέει κάποια παράδοση και εξακολουθεί να μένει ζωντανό δημιουργεί έκπληξη στην Ελλάδα. Θεωρείται σχεδόν αδικαιολόγητο.
Η Ελλάδα, μία χώρα με παραδόσεις, στενό δεσμό με την οικογένεια, πίστη σε αξίες όπως αυτή της πατρίδας και της κοινωνικής αξιοπρέπειας. Ηθική που αναφέρεται στον Θεό, με μια ελευθεριότητα μακριά από τον δογματισμό για παράδειγμα της Καθολικής Εκκλησίας ή το αίσθημα ενοχής της λουθηρανής παράδοσης, αποσαρθρώθηκε μέσα σε λίγες δεκαετίες. Τις τελευταίες δεκαετίες. Περιστασιακές ελίτ, που προέκυψαν σχεδόν τυχαία και μάλλον με ανάρμοστο τρόπο στην πλειονότητά τους, οργανώνοντας και κατοχυρώνοντας στην πραγματική ζωή τον μύθο του «αυτοδημιούργητου», αφοσιωμένες στις δοξασίες ενός επιφανειακού, ρηχού και ανιστόρητου μηδενιστικού τελικά μοντερνισμού, σκόνισαν τις παραδόσεις της κληρονομιάς των Ελλήνων που πέρναγαν από γενιά σε γενιά.
Ό,τι θεωρείτο ως ορθό και αξιόλογο γκρεμίσθηκε με έναν βάρβαρο και τόσο πολύ ασεβή τρόπο μέσα από τη μαζική κουλτούρα, που καλλιεργήθηκε από την αλματώδη τεχνολογική αναβάθμιση και τον καιροσκοπισμό των μίντια, χωρίς στη θέση αυτών που ισοπεδώθηκαν να μπει κάποια άλλη αξία ζωής. Πλην του χρήματος και της λάμψης της ματαιοδοξίας. Φυσικά υπήρξαν αντιστάσεις από πρόσωπα και κοινωνικές ομάδες, που θέλησαν να ανατρέψουν την πορεία των πραγμάτων προς το σκότος της ανυπαρξίας χαρακτήρα σε ένα έθνος και έναν λαό που ήταν συνηθισμένος να εμπνέεται από τους μύθους ή τις πραγματικότητες των ηρώων του. Των ανθρώπων που φορούσαν στολή ή υπηρετούσαν μια αποστολή. Ξεκρεμάσθηκαν από τα σαλόνια και τις προθήκες οι φωτογραφίες της οικογένειας και των προσώπων. Και τη θέση τους πήραν κάποιοι πρόσκαιροι σταρ.
Η γενικότερη μονομέρεια του τεχνικού και ατομικιστικού πολιτισμού των μοντέρνων καιρών καλλιεργήθηκε ως πρότυπο από την ιδεολογία της αμφισβήτησης σε κάθε κλασικό και προβλήθηκε ως εξέλιξη, χάρη στα συμπλέγματα κατωτερότητας και την ανάγκη μιμητισμού μετά τη δεκαετία του 1980, που ακύρωσαν τα εθνικά και κοινωνικά αντανακλαστικά στη χώρα μας. Εδώ που η παράδοση και η κοινωνική ανωτερότητα κονιορτοποιήθηκαν, γιατί στην Ελλάδα δεν επιτρέπονται οι αριστοκρατικοί τίτλοι αλλά και οι ανισότητες της αξιολόγησης, με ρητή συνταγματική εντολή.
Σε έναν λαό που του στερείς την περηφάνια της ιστορίας του, τους ήρωές του, τις κοινωνικές και οικογενειακές αναφορές, τη γλώσσα, την παιδεία, τον πολιτισμό του, ακόμη και την εθνική αντίληψη περί συνοχής, χωρίς να δίνεις τίποτα απέναντι στη δεσποτική αυτή αμφισβήτηση παρά μόνο το πρέπει να είναι «μοντέρνος», «ριζοσπάστης», «κυρίαρχος» και πλήρως ανταγωνιστικός, σε βαθμό κυνισμού για να υπάρξει και να πετύχει ατομικά, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο από μια αυτοκαταστροφική μαζικοποίηση και υπαρξιακή καταισχύνη.
Σήμερα πλέον η καθημερινότητα είναι τα κοινωνικά δίκτυα, η ψηφιοποίηση των σχέσεων, η αυταπάτη της αυτοαναφορικότητας. Το έλλειμμα κοινωνικής αντίληψης και η βαθιά μοναξιά στην απολίτιστη σιωπή. Οι εντυπώσεις όμως όσο έντονες και να είναι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ψυχή.
Τα πανηγύρια όμως στην αυλή της εκκλησιάς ή στο ξωκλήσι της Παναγιάς στη λαμπερή Ελλάδα του Δεκαπενταύγουστου έχουν ψυχή, αυθεντικότητα, ανθρώπους που παίζουν μουσική, πιάνονται από το χέρι σε συρτούς χορούς, με την τσίκνα να δεσπόζει στην ατμόσφαιρα. Και όσο και να εκτιμούμε ότι οι νέοι δεν έχουν πιθανότητες, αυτοί κυριαρχούν στην παρέα, δηλώνοντας ότι είναι ακόμη ορθοί και έχουν πιθανότητες στη ζωή και πέρα από το κινητό τους.
Εφημερίδα Απογευματινή











