Αν δούμε τις δημοσκοπήσεις εν συνόλω όσο βαρετές κι αν είναι ως προς τις προβλέψεις για τη δύναμη των κομμάτων, αφού ουσιαστικά επαναλαμβάνονται πριν και μετά το καλοκαίρι με πολύ μικρές αποκλίσεις, έχουν ένα σημαντικό μήνυμα προς τη διακυβέρνηση στα ποιοτικά τους στοιχεία. Το πόσο προβληματίζει τους πολίτες το ζήτημα της ακρίβειας έναντι τελικά όλων των άλλων. Ακόμη και εκείνων που άπτονται στην εξωτερική και διεθνή πολιτική της χώρας, τα θέματα ασφάλειας, μεταναστευτικού, παιδείας, υγείας και ούτω καθεξής. Τα ποσοστά που θεωρούν πρωτεύον ζήτημα την ανάσχεση της ακρίβειας κινούνται πάνω από το 60%. Άρα δεν έχουμε την περίπτωση του διαχωρισμού στις πολιτικές προτιμήσεις, ζητήματα ιδεολογίας και ηθικής τάξης, εθνικής αυτοπεποίθησης. Έχουμε μια πραγματικότητα που πιέζει. Οι Έλληνες πολίτες στη συντριπτική τους πλειοψηφία και όχι μόνον οι οικονομικά μειονεκτούντες από πλευράς εισοδήματος, θεωρούν και δικαιολογημένα ότι το κόστος ζωής στην Ελλάδα είναι δυσανάλογο σε σχέση με την Ευρώπη, συγκρίνοντας με κράτη στα οποία η αγοραστική δύναμη είναι πολύ πιο ογκώδη από την Ελλάδα με δεδομένο μάλιστα ότι αυτές δεν βρέθηκαν σε χρεοκοπία την προηγούμενη δεκαετία, αλλά υπό τις παρούσες συνθήκες η οικονομία και οι δημοσιονομικοί τους δείκτες δοκιμάζονται όπως στην περίπτωση της Γαλλίας.
Το γεγονός ότι έρευνες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια οικογένεια για να διαχειρίζεται με επάρκεια το κόστος ζωής και τις μηνιαίες υποχρεώσεις θα πρέπει να συγκεντρώνει εισόδημα περίπου 2000 ευρώ τον μήνα ή 25.000 τον χρόνο δεν θα πρέπει να καθησυχάσει τη διακυβέρνηση. Γιατί μπορεί η αντιπολίτευση και ο τύπος ή τα μίντια που στηρίζουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να προέταξαν χθες Κυριακή το ζητούμενο αυτό ως υψηλό πήχη αλλά στην πραγματικότητα τα νούμερα αυτά στο εισόδημα ουδόλως θα ανησυχήσουν ή θα δημιουργήσουν αμηχανία στη διακυβέρνηση. Φυσικά και το μείζον μέρος των Ελληνικών νοικοκυριών συγκεντρώνει σε επίπεδο οικογενειακού εισοδήματος 25.000 τον χρόνο. Άσχετα αν θα θεωρούσαν επαρκές εισόδημα την τάξη του 35.000-45.000 ευρώ εισόδημα στη βάση των αναγκών της κατανάλωσης που επιθυμούν.
Το βασικό πρόβλημα για τη διακυβέρνηση στη σχέση της με τους πολίτες με δεδομένο ότι μπαίνουμε στον δεύτερο μήνα του φθινοπώρου και οι εντάσεις στην Ανατολή και τα στενά, αλλά και στον Βορρά στην Ουκρανία συνεχίζονται σε πλήρη κλιμάκωση και όχι ύφεση, είναι πώς θα διαμορφωθεί το κόστος σε δυο επίπεδα. Το ένα το πετρέλαιο θέρμανσης και το φυσικό αέριο. Το άλλο το κόστος στα τρόφιμα και τις μεταφορές που σχετίζονται με την τιμή προμήθειας του diesel .
Ήδη τινάχθηκαν στον αέρα με τα νέα δεδομένα ανόδου των διεθνών τιμών οι συμφωνίες κυβέρνησης, σούπερ μάρκετ, μεταποίησης του καλοκαιριού. Πάμε για νέες συζητήσεις και βλέπουμε ως προς το αποτέλεσμα. Οι του υπουργείου Ανάπτυξης καλό είναι επί του παρόντος να δουν τις τιμές που προβλέπονται στην πολύ ενδιαφέρουσα ψηφιακή πλατφόρμα «πόσο κάνει» που συγκρότησαν και ανήρτησαν και στις τιμές στο ράφι των σούπερ μάρκετ που αναφέρονται στην ίδια ημέρα. Θα εκπλαγούν από τη σύγκριση της προβλεπόμενης τιμής και της πραγματικής.
Πέραν αυτού ο ίδιος ο πρωθυπουργός όταν άρχισε η κούρσα της τελευταίας κλιμάκωσης στις τιμές της ενέργειας εξαιτίας των αρνητικών εξελίξεων στο Ορμούζ και την Ερυθρά, μίλησε για προσπάθεια να κρατηθεί η τιμή του λίτρου στο πετρέλαιο θέρμανσης κάτω από 1,75 ευρώ, την τιμή Απριλίου. Το crass test τίθεται από το 1,10 ευρώ, τιμές Οκτωβρίου. Και η λύση φυσικά δεν είναι σε έκτακτη φορολόγηση στα κέρδη των διυλιστηρίων που ανοήτως υποστηρίζουν κόμματα της αντιπολίτευσης. Δεν είμαστε συνέταιροι ή μέτοχοι στους ομίλους των διυλιστηρίων. Και όταν αυθαίρετα αφαιρείς κέρδη προφανώς θα πρέπει ως κράτος να αποκτάς υποχρεώσεις για επιστροφή φόρων ισόποσα μόλις βρεθούν σε μια δύσκολη περίοδο στη διεθνή αγορά τα διυλιστήρια. Ο γρίφος λύνεται στα σενάρια με μειώσεις πρόσκαιρες στον ΦΠΑ και τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης. Η δουλειά στο οικονομικό επιτελείο θα πρέπει να εξελιχθεί πιο παραγωγικά .
Εφημερίδα Απογευματινή











