Στην Ελλάδα υφίσταται δεσπόζουσα δύναμη κυβερνητισμού. Η κεντροδεξιά Νέα Δημοκρατία. Υπάρχει πολιτικός ηγέτης που έπειτα και από επτά χρόνια διακυβέρνησης παραμένει ο πλέον κατάλληλος για πρωθυπουργός. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αυτό που δεν καταγράφεται στη χώρα μας, γιατί δεν υφίσταται, είναι δεσπόζουσα δύναμη στην αντιπολίτευση. Αυτό έχει στοιχίσει στη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού τα τελευταία χρόνια. Αλλά και στο ύφος ή το επίπεδο του δημόσιου λόγου. Κανονικά δεν θα πρέπει να παραπονούμαστε στην Ελλάδα, γιατί διαθέτουμε πολιτική ευστάθεια και πορευόμαστε μετά την έξοδο από τα μνημόνια της χρεοκοπίας με πολύ θετικό ρυθμό. Αλλά η πολιτική δεν είναι μόνο κυβερνητισμός του ενός κόμματος. Οι προκλήσεις της εποχής και πολύ περισσότερο τα κρίσιμα ζητήματα που θα πρέπει να τεθούν και να συζητούνται στην προοπτική των δεδομένων του 2030-2050 προϋποθέτουν τουλάχιστον δύο πόλους. Όχι διακυβέρνησης αλλά αποδοχής ευθύνης διακυβέρνησης. Γιατί στην Ελλάδα χρειαζόμαστε κυβερνητισμό και πολιτική σταθερότητα για τη συνέχεια. Αλλά μας είναι απαραίτητο και ένα Κοινοβούλιο που να αντέχει τις συνθήκες της εποχής και να επικεντρώνει σε προβληματισμούς και στρατηγικές στην καθημερινότητα των συνεδριάσεών του.
Το 2027 είναι εκλογικό έτος. Έχουμε δηλαδή τακτικές εκλογές σε λίγους μήνες. Με την ψήφο τους οι Έλληνες που θα προσέλθουν στις κάλπες καλούνται να σπουδαιολογήσουν την κατάσταση της χώρας αλλά και να αξιολογήσουν την προοπτική της επόμενης τετραετίας, ώστε να επιλέξουν για τον εαυτό τους αλλά και για το δημόσιο συμφέρον ποιος θα τους κυβερνήσει. Αλλά και ποια θα είναι η σύνθεση και οι συσχετισμοί στο επόμενο Κοινοβούλιό τους. Όπως πάντα μετά την απομάκρυνση από την κάλπη ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Η Ελλάδα τις παραμονές των επόμενων εκλογών το 2030 μπορεί να είναι μέσα από μια περίοδο πολιτικής και δομικής αστάθειας στο όριο μιας νέας χρεοκοπίας. Μπορεί όμως και να είναι μια πολύ καλά οργανωμένη ευρωπαϊκή και μεσογειακή δύναμη, με προϋποθέσεις να εισέλθει ισχυρή, ακμάζουσα και ισορροπημένη στον επόμενο κύκλο της παγκόσμιας ιστορίας.
Αυτό είναι ευθύνη των πολιτών. Ας μείνουμε όμως στην ευθύνη των πολιτικών σε επίπεδο ηγεσίας. Ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης με τα κυβερνητικά και κομματικά επιτελεία της κεντροδεξιάς διακυβέρνησης θα αναπτύξουν τη στρατηγική που προκρίνουν για την πορεία προς το 2031 το Σάββατο και την Κυριακή αρχικά από τη ΔΕΘ. Θα περιμένουμε λοιπόν να ακούσουμε τον σχεδιασμό, τις εκτιμήσεις και τις ανακοινώσεις θετικών μέτρων από τον πρωθυπουργό.
Ο κ. Τσίπρας θέλησε να προηγηθεί. Η στρατηγική για τη χώρα από την πλευρά της Κεντροαριστεράς έχει ένα μότο στον τίτλο που περιγράφει το αφήγημά τους: «Παράγουμε περισσότερο, μοιράζουμε δικαιότερα, ζούμε καλύτερα». Οι ανακοινώσεις που έκανε το βράδυ της Τρίτης ο επικεφαλής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης θα συμπληρωθούν από όσα θα πει σε συνέντευξη Τύπου στις 7 του μηνός, και πάλι από τη Θεσσαλονίκη. Όσα είπε αρχικά μπορεί να έχουν διαφορετική οπτική από τη Νέα Δημοκρατία, δεν παραπέμπουν όμως σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης ούτε ανταρσίας ως προς την πολιτειακή τάξη. Με άλλα λόγια, η ΕΛΑΣ και ο ηγέτης της κ. Τσίπρας δεν σχετίζονται με τον έξαλλο ΣΥΡΙΖΑ και την αντισυστημική ηγετική ομάδα του 2012-2014. Η κίνηση της ιστορίας ξεκινά εκ νέου χωρίς τα άλλοθι της «πρώτης φοράς Αριστεράς» του παρελθόντος. Ο κ. Τσίπρας χρωστά στους Έλληνες σε κάθε περίπτωση μια σοβαρή αντιπολίτευση. Αυτή που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να πετύχει μετά τις εκλογές του 2019, όταν του εμπιστεύθηκαν οι πολίτες ένα 32% που έγινε κομμάτια και θρύψαλα.
Η Ελλάδα χρειάζεται έναν κοινοβουλευτισμό σοβαρό, συνθετικό και συγκροτημένο στην πορεία για το 2030. Και ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης έναν σοβαρό συνομιλητή από την πλευρά της ηγεσίας της αντιπολίτευσης για να υπάρχουν έλεγχος, διαβούλευση, αλλά προπάντων συνθέσεις Κεντροδεξιάς – Κεντροαριστεράς υπέρ των συμφερόντων του νέου υπό διαμόρφωση εθνικού κράτους και της κοινωνικής ευημερίας και ασφάλειας.
Εφημερίδα Απογευματινή











