Η πρόσφατη νέα πρόκληση της Λιβύης απέναντι στην Ελλάδα δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο, ούτε συνιστά νέο. Πρόκειται για την πάγια θέση και στάση της. Είναι όμως μία υπενθύμιση ενός ευρύτερου προβλήματος: Της συχνής αναντιστοιχίας ανάμεσα στην πραγματική γεωπολιτική, οικονομική και θεσμική ισχύ της Ελλάδας και στην αποτύπωσή της σε πραγματική επιρροή όταν χρειάζεται να διασφαλιστούν κρίσιμα εθνικά συμφέροντα .
Με τη ρηματική διακοίνωση, η Τρίπολη αμφισβητεί ευθέως τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα νοτίως της Κρήτης, επικαλούμενη ουσιαστικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Το επιπλέον εξοργιστικό είναι ότι προειδοποιεί πως η συνέχιση των ελληνικών ενεργειακών ερευνών μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε αναστολή των διαπραγματεύσεων για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών!
Προσπερνάμε την τουρκική φαρδιά πλατιά υπογραφή αντιστροφής της πραγματικότητας, όπου επιχειρείται να εμφανιστεί η άσκηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ως πρόκληση. Το εκκωφαντικό είναι ότι ένα διχοτομημένο μη κράτος απειλεί ένα κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ (από το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η χρηματοδότησή του με ευρωπαϊκά κονδύλια και η σχέση με την Ευρώπη) ότι θα διακόψει τις διαπραγματεύσεις! Εδώ προφανώς έχουν μπερδευτεί οι ρόλοι. Λέει η Λιβύη αυτό που θα πρέπει να λέει η Ελλάδα.
Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν λέει η Ελλάδα αυτά που πρέπει, με αποτέλεσμα να λένε οι άλλοι αυτά που δεν θα έπρεπε. Γιατί; Επειδή μπορούν. Γιατί μπορούν; Επειδή ξέρουν ότι δεν θα έχουν κόστος.
Ας πάμε σε ένα άλλο παράδειγμα. Η Αίγυπτος, χώρα με την οποία η Ελλάδα διατηρεί στρατηγική συνεργασία, αποδέχθηκε το 2020 μόνο μερική οριοθέτηση ΑΟΖ, αφήνοντας εκτός συμφωνίας τις περιοχές ανατολικά του 28ου μεσημβρινού. Παρά τη σημασία της συμφωνίας, το Κάιρο απέφυγε μια συνολική διευθέτηση, διατηρώντας μοχλό πίεσης και την Ελλάδα όμηρο. Διότι ξέρει ότι η χώρα μας δεν θα κάνει αυτό που όφειλε να έχει κάνει εδώ και καιρό, να προχωρήσει σε οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο.
Ακόμη σοβαρότερο, λόγω επικείμενης μη αναστρέψιμης κατάστασης, είναι το ζήτημα της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Οι αποφάσεις της αιγυπτιακής Δικαιοσύνης και η αμφισβήτηση των περιουσιακών δικαιωμάτων της Μονής απειλούν να ανατρέψουν ένα ιστορικό καθεστώς δεκαπέντε αιώνων και μαζί να εξαλείψουν ένα από τα τελευταία ερείσματα του ελληνισμού και της ορθοδοξίας στην περιοχή.
Ποιο είναι το κοινό στοιχείο αυτών των περιπτώσεων; Η εντύπωση ότι τρίτες χώρες μπορούν να αμφισβητούν ελληνικά συμφέροντα χωρίς ουσιαστικό διπλωματικό ή άλλο κόστος.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Η Ελλάδα δεν στερείται δυνατοτήτων, το αντίθετο.
Όχι μόνο ως μέλος των σημαντικότερων πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών οργανισμών αλλά και λόγω των άλλων συνιστωσών ισχύος.
Δεν φέρεται όμως διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει οτιδήποτε από αυτά για να επιβάλει τις θέσεις της ή να διασφαλίσει τα συμφέροντά της.
Δεν σημαίνει ότι η Αθήνα μπορεί μονομερώς να διακόπτει κάθε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για ψύλλου πήδημα (άλλοι το κάνουν). Διαθέτει όμως περιθώρια πολιτικής πίεσης τα οποία δεν αξιοποιεί.
Εξαντλείται σε άσφαιρες διαμαρτυρίες και ανακοινώσεις, αναμένοντας το επόμενο τετελεσμένα.
Συμβαίνει με την Αλβανία, τα Σκόπια, την Τουρκία και με όποιον αποφασίζει να δοκιμάσει τα ελληνικά όρια.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Λιβύη και η Αίγυπτος επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους, όπως τα αντιλαμβάνονται. Αυτό κάνουν τα κράτη.
Είναι ότι θεωρούν ότι μπορούν να το κάνουν εις βάρος ελληνικών συμφερόντων χωρίς κόστος.
Εφημερίδα Απογευματινή











