Δεν είναι η αλλαγή κόμματος ενός πολιτικού προσώπου που προκαλεί αποστροφή. Είναι η στιγμή που επιλέγουν ορισμένοι να αλλάξουν και, κυρίως, ο τρόπος. Όταν η πολιτική απόφαση αναβάλλεται ώσπου να δείξουν οι δημοσκοπήσεις πού συμφέρει να προσγειωθεί κανείς, δεν μιλάμε για ιδεολογική αναζήτηση. Μιλάμε για παζάρι.
Τα όσα συμβαίνουν ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ, τους πρώην βουλευτές του και την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα προσφέρουν άφθονο υλικό. Υπάρχουν φυσικά διακρίσεις που οφείλουν να γίνουν. Ο Γιώργος Καραμέρος διαφώνησε με την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, δήλωσε καθαρά τη στήριξή του στο νέο εγχείρημα και παρέδωσε τη βουλευτική του έδρα. Αυτή η πράξη αξίζει να αναγνωριστεί, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς μαζί του. To έκαναν τις τελευταίες ημέρες και κάποιοι ακόμα. Ξεχωριστή είναι και η περίπτωση της Έφης Αχτσιόγλου. Διεκδίκησε την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, αποχώρησε για τη Νέα Αριστερά κρατώντας την έδρα, αλλά παραιτήθηκε όταν έφυγε από αυτήν. Εγγράφηκε πλέον στην ΕΛΑΣ. Η διαδρομή της μπορεί να προκαλεί πολιτικά ερωτήματα. Όμως, στην τελευταία αποχώρησή της παρέδωσε την έδρα αντί να τη διατηρήσει ως ανεξάρτητη.
Ας μην παρεξηγηθούμε. Το Σύνταγμα δεν αντιμετωπίζει τον βουλευτή σαν υπάλληλο της κομματικής ηγεσίας. Η ψήφος και η γνώμη του είναι ελεύθερες. Άλλο, όμως, το συνταγματικό δικαίωμα και άλλο η ευθύνη απέναντι στους πολίτες που τον εξέλεξαν με συγκεκριμένη κομματική ταυτότητα.
Για τους υπόλοιπους, η συζήτηση δεν είναι αν έχουν δικαίωμα να αλλάξουν γνώμη. Ασφαλώς έχουν. Ένας άνθρωπος μπορεί, ύστερα από χρόνια, να κάνει ακόμη και στροφή 180 μοιρών. Οφείλει όμως να εξηγήσει εγκαίρως το γιατί. Όχι να περιμένει πότε θα κάτσει η δημοσκοπική μπίλια. Η αμφιταλάντευση γίνεται ύποπτη όταν τελειώνει ακριβώς τη στιγμή που αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν οι πιθανότητες επανεκλογής.
Το ίδιο ισχύει και δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Άλλο να διαφωνεί κάποιος ουσιαστικά με την κυβερνητική πολιτική και άλλο να φλερτάρει με ενδεχόμενο σχήμα Σαμαρά για να εξασφαλίσει υποψηφιότητα στη ΝΔ. Ή, γνωρίζοντας ότι δεν έχει επιστροφή, να αναζητεί στο ευρύτερο δεξιό φάσμα το ψηφοδέλτιο που υπόσχεται ευκολότερη εκλογή. Η ιδεολογία σε αυτές τις περιπτώσεις εμφανίζεται εκ των υστέρων σαν δικαιολογητικό για μια προειλημμένη «επαγγελματική» απόφαση.
Και υπάρχει φυσικά το αποκρουστικό τηλεοπτικό θέαμα: άνθρωποι που χθες κάθονταν στο ίδιο κομματικό τραπέζι σήμερα ανταλλάσσουν βαριές προσωπικές προσβολές. Ο πολίτης δεν βλέπει μια δημιουργική διαφωνία. Παρακολουθεί τη διάλυση παλιών όρκων αφοσίωσης σε ζωντανή μετάδοση. Ακόμη χειρότερα, κάποιοι που μετακινούνται στον χώρο που μέχρι πρότινος πολεμούσαν, αντί να δείξουν ευπρέπεια, μετατρέπονται σε πολιτικούς γενίτσαρους. Ονόματα δεν χρειάζονται. Σε καθεμία από αυτές τις εικόνες, αρκετές περιπτώσεις έρχονται αυθόρμητα στον νου καθενός.
Η τελική ευθύνη πάντως δεν βαραίνει μόνο τους επίδοξους μεταγραφόμενους. Βαραίνει τους πολιτικούς αρχηγούς που καταρτίζουν ψηφοδέλτια και φωτογραφίζονται χαμογελαστοί δίπλα σε ανθρώπους οι οποίοι λίγους μήνες νωρίτερα τους κατακεραύνωναν. Με την προσδοκία μερικών εκατοντάδων επιπλέον ψήφων. Μόνο που η πολιτική αξιοπιστία δεν μετριέται με σταυρούς. Και, εν τέλει, η ευθύνη βαραίνει τον ψηφοφόρο την ώρα της κάλπης. Εκεί όπου μπορεί να επιβραβεύσει την πολιτική συνέπεια και να αποδοκιμάσει τον καιροσκοπισμό.
Εφημερίδα Απογευματινή











