Ντυμένη με το αγαπημένο της ροζ και λευκό τούλινο φόρεμα μπαλέτου και με ένα μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά, η εξάχρονη Μαρτίνε Βικ Μάγκνουσεν ποζάρει ενθουσιασμένη στον φακό σε ένα από τα πρώτα της μαθήματα μπαλέτου. «Οπως πολλά κορίτσια, ξεκίνησε θέλοντας να γίνει μπαλαρίνα», λέει ο πατέρας της Πέτερ, δείχνοντας τη πολύτιμη φωτογραφία της κόρης του, της οποίας η ζωή έμελλε να τελειώσει τόσο βίαια σε ηλικία μόλις 23 ετών.
«Είχε απίστευτο χιούμορ και ενδιαφερόταν πάντα ειλικρινά για τους άλλους ανθρώπους. Απολάμβανε τη ζωή· ήταν καθαρό φως του ήλιου. Ξέρω ότι πολλοί γονείς θα έλεγαν το ίδιο για τα παιδιά τους, αλλά δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να την περιγράψω», προσθέτει με θλίψη.
Καθισμένος στο σαλόνι του κομψού σπιτιού του στο νησί Νεσόγια, μια εύπορη περιοχή νοτιοδυτικά του Οσλο, ο συνταξι-ούχος ακαδημαϊκός συγκινείται συχνά, καθώς ξεφυλλίζει οικογενειακά άλμπουμ. Είναι η πρώτη φορά μετά τη δολοφονία της Μαρτίνε στο Λονδίνο, πριν από 18 χρόνια, που τα μοιράζεται με δημοσιο-γράφο.
Το 2008, ο θάνατος της ταλαντούχας φοιτήτριας είχε προκαλέσει πρωτοσέλιδα όχι μόνο λόγω της αγριότητάς του, αλλά και επειδή ο βασικός ύποπτος, ο Φαρούκ Αμπντούλχακ, διέφυγε στην Υεμένη, η οποία δεν διαθέτει συνθήκη έκδοσης με το Ηνωμένο Βασίλειο.
Σήμερα ο Πέτερ Μάγκνουσεν μιλά ξανά δημόσια εξαιτίας ακόμη μιας ανησυχητικής εξέλιξης στην υπόθεση, η οποία παραμένει ανεξιχνίαστη.
Οταν το αμερικανικό υπουργείο ∆ικαιοσύνης έδωσε νωρίτερα φέτος στη δημοσιότητα νέα αρχεία Επσταϊν, αποκαλύφθηκε ότι ο Τζέφρι Επσταϊν είχε βοηθήσει να οργανωθεί επαφή ανάμεσα στον πατέρα τού Φαρούκ, τον δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία Σάχερ Αμπντούλχακ, και τον λόρδο Μακντόναλντ, ο οποίος ήταν τότε (σ.τ.μ. και επί Τόνι Μπλερ) γενικός εισαγγελέας, επικεφαλής της Υπηρεσίας ∆ημόσιων ∆ιώξεων (Crown Prosecution Service – CPS) όταν δολοφονήθηκε η Μαρτίνε. Αφού αποχώρησε από τη CPS το 2008, ο λόρδος Μακντόναλντ συναντήθηκε αρ-γότερα τόσο με τον Σάχερ Αμπντούλχακ όσο και με τον Φαρούκ στην Υεμένη.
Εμπλοκή διπλωματών
Ο Πέτερ δηλώνει ότι θεωρεί βαθιά ανησυχητικό το γεγονός ότι ο πρώην επικεφαλής των διώξεων ενεπλάκη με την οικογένεια του ανθρώπου που κατηγορείται ότι σκότωσε την κόρη του. Τα έγγραφα απο-κάλυψαν επίσης τις στενές σχέσεις του Επσταϊν με τη Μόνα Γιούουλ, πρώην πρέ-σβειρα της Νορβηγίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο Πέτερ πιστεύει ότι αυτές οι σχέσεις ίσως συνέβαλαν σε αυτό που ο ίδιος θεωρεί απώλεια δυναμικής από τις νορβηγικές αρχές στην προσπάθεια να οδηγηθεί ο Αμπντούλχακ στη ∆ικαιοσύνη.
Πέρα από τον λόρδο Μακντόναλντ, ο Σάχερ Αμπντούλχακ προσέλαβε επίσης τον γνωστό Βρετανό δικηγόρο Ιαν Μπέρτον, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει πλούσιους και αμφιλεγόμενους πελάτες. Ο Μπέρτον είχε δηλώσει κάποτε ότι «το κόλπο στη δουλειά μας δεν είναι να κερδίζεις τη μάχη, αλλά να αποφεύγεις να υπάρξει μάχη».
Αν αυτός ήταν ο στόχος του Αμπντούλχακ, τελικά απέτυχε. Ο Πέτερ παραμένει αποφασισμένος να δει τον Αμπντούλ-χακ να λογοδοτεί στη ∆ικαιοσύνη.
Σοκαριστικό
Η Μαρτίνε είχε βιαστεί και στραγγαλιστεί προτού το μισόγυμνο σώμα της θαφτεί κάτω από μπάζα, στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας κοντά στο Regent’s Park, σε ένα από τα πιο σοκαριστικά εγκλήματα που αφορούσαν ξένη φοιτήτρια στο Λονδίνο εκείνη την εποχή.
Οι υποψίες στράφηκαν αμέσως στον Αμπντούλχακ, επίσης φοιτητή στο Regent’s Business School και κάτοικο του ίδιου συγκροτήματος διαμερισμάτων, όπου βρέθηκε το πτώμα της. Ηταν ο τελευταίος άνθρωπος που είχε θεαθεί μαζί της, όταν έφυγαν από το λονδρέζικο νυχτερινό κέντρο Maddox, έπειτα από τη γιορτή λήξης του ακαδημαϊκού εξαμήνου τον Μάρτιο του 2008.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Αμπντούλ-χακ πέταξε από το Λονδίνο στο Κάιρο, πριν επιβιβαστεί στο ιδιωτικό τζετ του πατέρα του με προορισμό την Υεμένη.
∆ημόσια παραδοχή
Σήμερα, σε ηλικία 39 ετών, πιστεύεται ότι εξακολουθεί να ζει εκεί. Σε συνέντευξή του στο BBC το 2023 -τη μοναδική φορά που μίλησε δημόσια- ο Αμπντούλχακ παραδέχθηκε πρώτη φορά εμπλοκή στον θάνατο της Μαρτίνε, περιγράφοντάς τον ως «σεξουαλικό ατύχημα» υπό την επήρεια κοκαΐνης.
Ο Πέτερ απορρίπτει αυτόν τον ισχυρισμό, επισημαίνοντας τα 43 κοψίματα και τις γρατσουνιές στο σώμα της κόρης του ως απόδειξη ότι πάλεψε για τη ζωή της κατά τη διάρκεια μιας βίαιης επίθεσης. «Ηταν σίγουρα σεξουαλική πράξη», λέει. «Αλλά επιβλήθηκε στη Μαρτίνε, η οποία είχε μόνο πολύ μικρή ποσότητα κοκαΐνης στο αίμα της». Η Μητροπολιτική Αστυνομία επιμένει ότι η έρευνα παραμένει ενεργή και ότι θα συνεχίσει να καταδιώκει τον Αμπντούλχακ. Ο Πέτερ λέει ότι η εκστρατεία του αφορούσε πάντα τη δικαιοσύνη και όχι την εκδίκηση, παρά το γεγονός ότι κατά καιρούς δέχθηκε προσφορές από άτομα που ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να σκοτώσουν ή να απαγάγουν τον Αμπντούλχακ στην Υεμένη.
«Υπήρξαν ομάδες που είπαν πως θα μπορούσαν να του ρίξουν μια σφαίρα στο κεφάλι ή να τον αφήσουν έξω από ένα βρετανικό αστυνομικό τμήμα», λέει. «Αλλά εγώ θέλω να γίνει δίκη και η υπόθεση της Μαρτίνε να αλλάξει το Διεθνές Δίκαιο, ώστε οι φυγάδες να μην μπορούν να αποφεύγουν τη Δικαιοσύνη, απλώς επειδή δεν υπάρχει συνθήκη έκδοσης».
Γύρω από το σπίτι υπάρχουν αναμνήσεις της κόρης που έχασε: οικογενειακές φωτογραφίες, μια προτομή που κοιτάζει προς το φιόρδ του Οσλο και το δωμάτιο που άφησε πίσω της.
Το χρονικό
Η Μαρτίνε μεγάλωσε σε ειδυλλιακό περιβάλλον ως το μεσαίο παιδί του Πέτερ και της πρώην συζύγου του, Κρίστιν. Φίλοι συγκεντρώνονταν διαρκώς στο παραθαλάσσιο εξοχικό της οικογένειας, όπου ο Πέτερ θυμάται την κόρη του ως εξωστρεφή, ενεργητική και ιδιαίτερα κοινωνική.
Οταν μετακόμισε στο Λονδίνο, για να σπουδάσει διεθνείς επιχειρήσεις, ο Πέτερ φοβόταν ότι ίσως παρασυρόταν από τη λαμπερή κοινωνική ζωή και τους πλούσιους φίλους γύρω της. Αντίθετα, διέπρεψε ακαδημαϊκά. «Βγήκε πρώτη στην τάξη της», λέει με περηφάνια.
Θυμάται ακόμη το τηλεφώνημα της 15ης Μαρτίου 2008, όταν φίλοι της Μαρτίνε τού είπαν ότι δεν είχαν νέα της από τη στιγμή που έφυγε από το νυχτερινό κέντρο με τον Αμπντούλχακ. Η οικογένεια πέταξε αμέσως στο Λονδίνο. Λίγο μετά την άφιξή τους, η αστυνομία τους ενημέρωσε ότι είχε βρεθεί το πτώμα της.
«Πήγαμε να την αναγνωρίσουμε στο γραφείο του ιατροδικαστή», θυμάται ο Πέτερ. «Ηταν ξαπλωμένη κάτω από μια κόκκινη κουβέρτα και έδειχνε γαλήνια, ακριβώς όπως στα παιδικά της χρόνια. Είχε ακόμη το μακιγιάζ από την τελευταία της βραδιά. Για μια στιγμή ένιωσα σαν να μπορούσαμε να την ξυπνήσουμε. Τελικά άγγιξα απαλά το μάγουλό της και της είπα αντίο».
Οπως λέει, με τις πρακτικές υποχρεώσεις -το να μαζέψουν τα πράγματά της και να μιλήσουν με την αστυνομία- δεν πρόλαβε να τον καταβάλει η θλίψη. «Αλλά αργότερα, μόνος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, θυμάμαι να ουρλιάζω από απόγνωση».
Στην Υεμένη
Μέχρι τότε ο Αμπντούλχακ είχε ήδη εξαφανιστεί στην Υεμένη. Παρότι μεγάλωσε κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αίγυπτο, απέκτησε υπηκοότητα Υεμένης χάρη στην επιρροή του πατέρα του στον τότε πρόεδρο Αλί Αμπντουλάχ Σάλεχ.
«Το χρήμα μιλάει», λέει ο Πέτερ. Και ο Σάχερ Αμπντούλχακ είχε άφθονο.
ΤΩΝ PIRIYANGA THIRUNIMALAN, DAVID LEAFE ΚΑΙ MARTIN ROBINSON
©Associated Newspapers Limited
Κυριακάτικη Απογευματινή










