ΣτΕ: Αντισυνταγματική η τακτοποίηση αυθαιρέτων με ακυρωμένες οικοδομικές άδειες

Τι έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας – Οι δύο λόγοι που οδήγησαν στην απόφαση
19:35 - 17 Αυγούστου 2026
ΣτΕ:

Αντισυνταγματικές έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας τις διατάξεις του νόμου 4495/2017 που επέτρεπαν την τακτοποίηση αυθαίρετων κατασκευών, όταν οι οικοδομικές άδειες βάσει των οποίων είχαν ανεγερθεί είχαν προηγουμένως ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.

Με τις αποφάσεις 1182 και 1183/2026, το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε ότι οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 δεν είναι συμβατές με το Σύνταγμα, καθώς επέτρεπαν τη διατήρηση αυθαιρέτων που είχαν ανεγερθεί βάσει οικοδομικών αδειών οι οποίες ακυρώθηκαν λόγω εφαρμογής εσφαλμένου ή ανίσχυρου πολεοδομικού καθεστώτος.

Η δυνατότητα υπαγωγής στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου προβλεπόταν υπό την προϋπόθεση ότι ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποβάλει ψευδή ή αναληθή στοιχεία.

Η πάγια νομολογία για τα αυθαίρετα

Η Ολομέλεια του ΣτΕ επανέλαβε την πάγια νομολογία της σχετικά με την αυθαίρετη δόμηση και την προστασία του πολεοδομικού σχεδιασμού.

Το δικαστήριο υπενθύμισε ότι, ήδη με τις αποφάσεις 3500/2009 και 3921/2010, είχε κρίνει ότι η εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών που ανεγέρθηκαν μετά τις 31 Ιανουαρίου 1983, ακόμη και όταν οι ιδιοκτήτες είχαν ενεργήσει καλόπιστα, αντίκειται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε αλλοίωση του πολεοδομικού σχεδιασμού.

Παράλληλα, με τις αποφάσεις 3341/2013, 1118/2014 και 1119/2014, το ΣτΕ είχε κρίνει ότι η αυτόματη τακτοποίηση αυθαιρέτων μέσω του ν. 4014/2011 παραβίαζε τις συνταγματικές επιταγές, καθώς υπονόμευε τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό.

Η πρώτη βάση της αντισυνταγματικότητας

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η πρώτη βάση της αντισυνταγματικότητας αφορά την προστασία της δικαστικής λειτουργίας και την υποχρέωση της διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις.

Το ΣτΕ έκρινε ότι οι επίμαχες διατάξεις ουσιαστικά επέτρεπαν την αυτόματη υπαγωγή στις ευεργετικές ρυθμίσεις του ν. 4495/2017 αυθαιρέτων των οποίων οι οικοδομικές άδειες είχαν ακυρωθεί αμετάκλητα από τα δικαστήρια. Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με την απόφαση, αποδυναμώνονταν στην πράξη οι δικαστικές αποφάσεις.

Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ιδιοκτητών δεν μπορεί να υπερισχύσει της συνταγματικής υποχρέωσης για εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων. Παράλληλα, δεν μπορεί να καταστεί χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο το δικαίωμα δικαστικής προστασίας όσων προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη και πέτυχαν την ακύρωση οικοδομικών αδειών για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους.

Η προστασία του περιβάλλοντος και ο πολεοδομικός σχεδιασμός

Η δεύτερη βάση της αντισυνταγματικότητας συνδέεται με την προστασία του περιβάλλοντος και τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό.

Το ΣτΕ έκρινε ότι δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό να διατηρούνται κτίρια με τα χαρακτηριστικά που προέβλεπαν οικοδομικές άδειες οι οποίες έχουν ήδη ακυρωθεί, χωρίς να έχει προηγηθεί νέα διοικητική πράξη ή έκδοση νέας οικοδομικής άδειας, η οποία θα στηρίζεται σε διαφορεμένα και ισχύοντα πολεοδομικά δεδομένα.

Κατά το δικαστήριο, δυνατότητα διατήρησης τέτοιων κατασκευών θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο μιας συνολικής μεταβολής του πολεοδομικού καθεστώτος της συγκεκριμένης περιοχής. Μια τέτοια μεταβολή θα πρέπει να βασίζεται σε πολεοδομικά και περιβαλλοντικά κριτήρια και να λαμβάνει υπόψη τη φυσιογνωμία, αλλά και τις ανάγκες του συγκεκριμένου οικισμού.

Το ζήτημα της αποζημίωσης

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η Ολομέλεια του ΣτΕ και στο ζήτημα της αποζημίωσης όσων δικαιώθηκαν δικαστικά, χωρίς όμως να ακολουθήσει η κατεδάφιση των επίμαχων κτισμάτων.

Το δικαστήριο επισημαίνει ότι οι διατάξεις του ν. 4495/2017 δεν προέβλεπαν εναλλακτικό τρόπο ικανοποίησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των διαδίκων που είχαν πετύχει την ακύρωση των οικοδομικών αδειών.

Κατά την κρίση του ΣτΕ, ο νομοθέτης θα μπορούσε να εξετάσει τη δυνατότητα χορήγησης αποζημίωσης σε όσους πέτυχαν την ακύρωση οικοδομικών αδειών, ακόμη και στην περίπτωση που δεν ακολουθούσε η κατεδάφιση των κτισμάτων.

Σε μια τέτοια περίπτωση, θα έπρεπε να συνεκτιμηθούν η βλάβη που υπέστησαν οι διάδικοι, η διάρκεια των δικαστικών αγώνων, καθώς και τυχόν παράλειψη της διοίκησης να συμμορφωθεί προς τις ακυρωτικές αποφάσεις.