Ενώπιον της ανακρίτριας απολογούνται ο Φίλιππος Καμπούρης, η σύζυγός του και οι υπόλοιποι οκτώ συγκατηγορούμενοί τους, στο πλαίσιο της έρευνας για την υπόθεση φερόμενης απάτης σε βάρος του ΕΦΚΑ και του Ελληνικού Δημοσίου. Ο τηλεπαρουσιαστής κατηγορείται για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, ενώ η συνολική ζημία που αναφέρεται στις πληροφορίες για την υπόθεση ανέρχεται σε εκατομμύρια ευρώ.
Μετά τη σύλληψή του, ο ίδιος είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους: «Είμαι αθώος, είναι σκευωρία και μπορώ να το αποδείξω». Σύμφωνα με τις πληροφορίες, κατά την εξέτασή του από τους αστυνομικούς επέλεξε να μην τοποθετηθεί, επιφυλασσόμενος να δώσει τις εξηγήσεις του ενώπιον της ανακρίτριας.
Το δίκτυο των εταιρειών και οι ασφαλιστικές εισφορές
Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του φέρονται να είχαν οργανώσει ένα δίκτυο επιχειρήσεων με διακριτούς ρόλους, μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν, κατά τις Αρχές, απάτες και φορολογικές παραβάσεις.
Η έρευνα επικεντρώνεται στη σύσταση εικονικών εταιρειών ή στην αξιοποίηση ήδη υφιστάμενων επιχειρήσεων, στις οποίες εμφανίζονταν εργαζόμενοι χωρίς να καταβάλλονται οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές και οι νόμιμοι φόροι. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, στο φερόμενο κύκλωμα συνδέονται 29 εταιρείες, με διαφορετικά πρόσωπα να εμφανίζονται ως ιδιοκτήτες ή εκπρόσωποί τους.
Οι οφειλές κάθε επιχείρησης φέρονται να κυμαίνονταν από 30.000 έως 80.000 ευρώ. Η σταδιακή συσσώρευση των χρεών, μήνα με τον μήνα, αποτελεί ένα από τα στοιχεία που εξετάζονται, καθώς οι επιμέρους οφειλές δεν εμφανίζονταν εξαρχής ως μία ενιαία, ιδιαίτερα υψηλή απαίτηση.
Σημαντικό μέρος της έρευνας βασίζεται σε καταγγελίες εργαζομένων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι εμφανίζονταν ασφαλισμένοι σε επιχειρήσεις με τις οποίες δεν είχαν πραγματική σχέση εργασίας.
Σύμφωνα με καταθέσεις που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, ορισμένοι φέρονται να πληρώνονταν κυρίως με μετρητά ή μέσω τραπεζικών λογαριασμών εταιρειών των οποίων τη δραστηριότητα αγνοούσαν. Άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν υπέγραψαν έγγραφα πρόσληψης, ενώ διαπίστωσαν πως εξακολουθούσαν να εμφανίζονται ως εργαζόμενοι ακόμη και μετά τη λήξη της συνεργασίας τους.
Στο μικροσκόπιο βρίσκονται και αναφορές ότι χρησιμοποιούνταν ως «αχυράνθρωποι» πρόσωπα με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία εμφανίζονταν να συνδέονται με επιχειρήσεις του δικτύου.
Η καταγγελία που οδήγησε στην έρευνα
Η υπόθεση φέρεται να αποκαλύφθηκε έπειτα από καταγγελία πρώην εργαζομένης, η οποία απασχολούνταν από το 2021 έως τον Οκτώβριο του 2025. Η ίδια υποστήριξε ότι εμφανιζόταν να αμείβεται από εταιρείες που δεν γνώριζε και οι οποίες, σύμφωνα με την καταγγελία της, δεν λειτουργούσαν στις δηλωμένες έδρες τους.
Η αναφορά αποτέλεσε την αφετηρία για τη διερεύνηση των εταιρικών σχημάτων και των προσώπων που φέρονται να συνδέονται με αυτά.
Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, κατά περίπτωση, κατηγορίες για διεύθυνση, συγκρότηση ή ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, απάτη σε βάρος νομικού προσώπου με ζημία άνω των 120.000 ευρώ, συνέργεια σε απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών.
Παράλληλα, εξετάζονται ενδεχόμενες φορολογικές παραβάσεις που σχετίζονται με απόκρυψη ή ανακριβή δήλωση εισοδημάτων και πιθανή υποβολή ψευδών στοιχείων για επιστροφές ΦΠΑ.
Οι απολογίες των δέκα κατηγορουμένων αποτελούν κρίσιμο στάδιο της δικαστικής διερεύνησης. Οι κατηγορίες παραμένουν υπό εξέταση και για όλους τους κατηγορουμένους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας.











