Μία νέα επιστημονική μελέτη εγείρει ανησυχίες για τον χανταϊό, καθώς ενδέχεται να παραμένει στο ανθρώπινο σπέρμα έως και έξι χρόνια μετά τη μόλυνση, δημιουργώντας πιθανό κίνδυνο σεξουαλικής μετάδοσης.
Η έρευνα του ελβετικού ινστιτούτου Spiez Laboratory, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Viruses», βασίστηκε σε περίπτωση 55χρονου ασθενούς, στον οποίο ανιχνεύτηκε ιικό γενετικό υλικό σχεδόν έξι χρόνια μετά τη νόσηση, παρότι είχε καθαρίσει από άλλα βιολογικά δείγματα.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι οι όρχεις μπορεί να λειτουργούν ως «καταφύγιο» για ιούς, όπως έχει παρατηρηθεί και στους Έμπολα και Ζίκα. Αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί μετάδοση μέσω σεξουαλικής επαφής, οι ερευνητές θεωρούν το ενδεχόμενο πιθανό. Η υπόθεση αναζωπυρώθηκε έπειτα από κρούσματα σε κρουαζιερόπλοιο και οδήγησε ειδικούς δημόσιας υγείας να ζητούν αυστηρότερα πρωτόκολλα παρακολούθησης και καθοδήγησης, ανάλογα με εκείνα που εφαρμόζονται για επιζώντες του Έμπολα.
Πάντως, επιστήμονες στη Χιλή είχαν φτάσει πολύ κοντά στην ανάπτυξη εμβολίου και θεραπείας για τον χανταϊό, όμως το ερευνητικό πρόγραμμα σταμάτησε λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, μεταδίδει το Bloomberg. Η επιστημονική ερευνητική ομάδα στο Πανεπιστήμιο της Κονσεπσιόν ξεκίνησε το 2014. Είχε εντοπίσει ειδικά αντισώματα εξουδετέρωσης με εντυπωσιακά αποτελέσματα σε εργαστηριακές δοκιμές και σε τεστ σε ζώα, με διεθνείς συνεργασίες.
Ωστόσο, η μετάβαση σε δοκιμές σε ανθρώπους απαιτούσε περίπου 7.000.000 δολάρια, ποσό που δεν εξασφαλίστηκε. Η πανδημία COVID-19 επιδείνωσε την έλλειψη πόρων, οδηγώντας σε πάγωμα της έρευνας, καθώς σήμερα ο ιός επανέρχεται.
Εφημερίδα Απογευματινή









