Tο βράδυ της 14ης Ιουνίου, ο Νότιος Κήπος του Λευκού Οίκου θύμιζε περισσότερο αρένα θεάματος παρά το κέντρο λήψης αποφάσεων της αμερικανικής υπερδύναμης. Κάτω από τη μεταλλική κατασκευή που οι διοργανωτές του UFC αποκαλούν «The Claw», ο Τζάστιν Γκέιτζι πανηγύριζε τη νίκη του μπροστά σε χιλιάδες θεατές, ενώ στις πρώτες σειρές παρακολουθούσε ο Ντόναλντ Τραμπ.
Λίγες ώρες νωρίτερα, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε ανακοινώσει ότι ο πόλεμος με το Ιράν οδηγείται στο τέλος του και ότι τα Στενά του Ορμούζ, η σημαντικότερη ενεργειακή δίοδος του πλανήτη, ανοίγουν ξανά για τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Η εικόνα είχε έντονο συμβολισμό: την ώρα που ένας αθλητής γιόρταζε τον θρίαμβό του μέσα στο οκτάγωνο, ο Τραμπ επιχειρούσε να παρουσιάσει ως προσωπική του επιτυχία τον τερματισμό της πιο επικίνδυνης κρίσης στη Μέση Ανατολή των τελευταίων ετών.
Νωρίτερα την ίδια ημέρα, με ανάρτησή του στο Truth Social, είχε αιφνιδιάσει συμμάχους και αντιπάλους, ανακοινώνοντας ότι η συμφωνία με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν είχε ολοκληρωθεί. Παράλληλα, κάλεσε τα δεξαμενόπλοια να επιστρέψουν στις θαλάσσιες οδούς της περιοχής, προαναγγέλλοντας την πλήρη αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σύνθετη. Το τελικό κείμενο της συμφωνίας δεν είχε ακόμη δημοσιοποιηθεί, η επίσημη υπογραφή παρέμενε σε εκκρεμότητα και κρίσιμα ζητήματα, όπως το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, η άρση των κυρώσεων και ο ρόλος της Τεχεράνης στον Λίβανο, εξακολουθούσαν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ισραηλινή επίθεση που έφερε τις συνομιλίες στο χείλος της κατάρρευσης
Σύμφωνα με το Bloomberg, λίγες μόλις ώρες πριν από την ανακοίνωση, η διαδικασία βρέθηκε ένα βήμα πριν από την οριστική κατάρρευση. Λίγο πριν από τις 7 το πρωί, ώρα Ουάσιγκτον, ισραηλινά μαχητικά αεροσκάφη έπληξαν στόχους στη νότια Βηρυτό, προκαλώντας έντονη αντίδραση από την ιρανική πλευρά.
Για τους Ιρανούς διαπραγματευτές, η επίθεση συνιστούσε παραβίαση μιας από τις βασικές «κόκκινες γραμμές» που είχαν θέσει εξαρχής στις συνομιλίες. Αν και το Ισραήλ υποστήριξε ότι οι βομβαρδισμοί ήταν απάντηση σε επιθέσεις της Χεζμπολάχ, σε πολλές δυτικές και αραβικές πρωτεύουσες επικράτησε διαφορετική ανάγνωση.
Διπλωματικές πηγές και αναλυτές εκτίμησαν ότι η επιχείρηση αποτέλεσε μια ύστατη προσπάθεια του Μπενιαμίν Νετανιάχου να εμποδίσει τη διαμόρφωση μιας συμφωνίας που εξελισσόταν χωρίς ουσιαστική ισραηλινή συμμετοχή.
Η αντίδραση της Τεχεράνης ήταν άμεση, καθώς οι επαφές πάγωσαν και οι συνομιλίες εισήλθαν σε βαθιά κρίση. Τέσσερις ώρες αργότερα, ο ίδιος ο Τραμπ αναγκάστηκε να παρέμβει δημόσια, δηλώνοντας ότι η ισραηλινή επίθεση «δεν έπρεπε να είχε συμβεί».
Η οργή Τραμπ προς τον Νετανιάχου
Η ενόχληση του Αμερικανού προέδρου προς τον στενότερο περιφερειακό σύμμαχο των ΗΠΑ μετατράπηκε σύντομα σε ανοιχτή αντιπαράθεση. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Bloomberg, σε τηλεφωνική επικοινωνία που ακολούθησε ο Τραμπ εξέφρασε με ασυνήθιστα αυστηρό τρόπο τη δυσαρέσκειά του προς τον Νετανιάχου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρούσε ότι οι βομβαρδισμοί απειλούσαν να ακυρώσουν μήνες μυστικής διπλωματίας και να οδηγήσουν σε ναυάγιο μια συμφωνία που είχε ήδη σημαντικό πολιτικό κόστος αλλά και ιδιαίτερη σημασία για την αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή.
Ο μυστικός ρόλος του Κατάρ
Πίσω από τις εξελίξεις βρισκόταν ένα πολυσύνθετο δίκτυο παρασκηνιακών επαφών, το οποίο λειτούργησε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε τελικά το Κατάρ, το οποίο εγκατέλειψε τη διακριτική στάση που τηρούσε έως τότε και ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαμεσολαβητικές προσπάθειες.
Υπό την πίεση τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Τεχεράνης, η Ντόχα απέστειλε μυστικά υψηλόβαθμη αντιπροσωπεία στο Ιράν μέσω Τουρκίας, με αποστολή να διερευνήσει τις πραγματικές προθέσεις της ιρανικής ηγεσίας και τα περιθώρια επίτευξης συμβιβασμού.
Οι Καταριανοί αξιωματούχοι έφτασαν στην Τεχεράνη σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, καθώς ο Τραμπ επανέφερε δημόσια την απειλή στρατιωτικής δράσης, προειδοποιώντας ότι «ο χρόνος τελειώνει για το Ιράν».
Η αναβολή της στρατιωτικής επιχείρησης
Μόλις μία ημέρα αργότερα, ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλυψε ότι είχε αποφασίσει να αναβάλει προγραμματισμένη στρατιωτική επιχείρηση, έπειτα από παρεμβάσεις του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Η απόφαση αυτή άνοιξε εκ νέου τον δρόμο για τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες, όπως παραδέχθηκε τότε ο ίδιος ο Τραμπ, είχαν εισέλθει σε μια εξαιρετικά κρίσιμη αλλά ταυτόχρονα ελπιδοφόρα φάση. Οι επόμενες 17 ώρες επρόκειτο να αποδειχθούν καθοριστικές για την επίτευξη της συμφωνίας που, παρά τα εμπόδια και τις εντάσεις, οδήγησε τελικά στην αποκλιμάκωση της κρίσης μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης.










