Στα 785 ευρώ το μέσο ενοίκιο στην Αττική – Πάνω από 200.000 ευρώ το 55% των κατοικιών προς πώληση

Ειδική μελέτη ΔΝΤ για την ελληνική στεγαστική κρίση: Ανατιμήσεις 85% στα ακίνητα από το 2016, αυξήσεις 47% στα εισοδήματα
08:50 - 30 Ιουλίου 2026
φοιτητική στέγη, ενοίκια, τιμές ενοικίων, έρευνα της Απογευματινής

Περισσότερες από τις μισές κατοικίες που διατίθενται σήμερα προς πώληση στην Ελλάδα κοστίζουν πάνω από 200.000 ευρώ, μία στις τρεις ξεπερνά τις 280.000 ευρώ, ενώ στην Αττική το διάμεσο ζητούμενο ενοίκιο έχει φτάσει τα 785 ευρώ τον μήνα. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στη νέα ειδική έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), η οποία σκιαγραφεί μια αγορά κατοικίας που αναπτύσσεται, αλλά ταυτόχρονα γίνεται ολοένα και λιγότερο προσιτή για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην άνοδο των τιμών. Η αγορά παρουσιάζει πλέον έντονη αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Παρότι υπάρχουν διαθέσιμες κατοικίες, μεγάλο μέρος τους βρίσκεται σε κατηγορίες τιμών ή χαρακτηριστικών που δεν ανταποκρίνονται στις οικονομικές δυνατότητες της μέσης ελληνικής οικογένειας. Χαρακτηριστικό είναι ότι περίπου το ένα τρίτο των κατοικιών που πωλούνται έχει επιφάνεια άνω των 120 τετραγωνικών μέτρων, ενώ η ζήτηση επικεντρώνεται κυρίως σε μικρότερα και οικονομικότερα διαμερίσματα.
Η ελληνική αγορά κατοικίας έχει αλλάξει ριζικά μετά το τέλος της οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με την έκθεση, οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά περίπου 85% από το 2016, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο αυξήθηκε κατά μόλις 47%. Η μεγαλύτερη επιτάχυνση καταγράφηκε μετά την πανδημία, καθώς από τα τέλη του 2020 οι τιμές ενισχύθηκαν κατά περίπου 61%. Παρά την έντονη άνοδο, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η αγορά δεν εμφανίζει χαρακτηριστικά φούσκας, καθώς η υπερτίμηση περιορίζεται περίπου στο 10%. Ωστόσο, η απόκλιση ανάμεσα στις τιμές και στα εισοδήματα έχει καταστήσει την αγορά κατοικίας σημαντικά λιγότερο προσιτή.

Η αύξηση των επιτοκίων και τα αυστηρότερα τραπεζικά κριτήρια έχουν κάνει ακόμη δυσκολότερη την πρόσβαση στη στεγαστική πίστη. Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι ένα μέσο ελληνικό νοικοκυριό υπολείπεται κατά 7%-17% του απαιτούμενου εισοδήματος για να εξασφαλίσει στεγαστικό δάνειο. Ακόμη όμως και όταν πληροί τα εισοδηματικά κριτήρια, η συγκέντρωση της προκαταβολής αποτελεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο εμπόδιο. Με αποταμίευση ίση με το 10% του εισοδήματος κάθε χρόνο, απαιτούνται περίπου 24 χρόνια για να συγκεντρωθεί προκαταβολή ίση με το 30% της αξίας ενός ακινήτου ή 14 χρόνια για προκαταβολή 20%.

Οι επιπτώσεις της ανόδου των τιμών αποτυπώνονται πλέον και στους δείκτες στεγαστικής επιβάρυνσης. Σύμφωνα με την έκθεση, περίπου δύο στα πέντε ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές ανάγκες (διεθνές όριο υπερβολικής επιβάρυνσης). Παράλληλα, η διάμεση στεγαστική δαπάνη υπερβαίνει πλέον το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ το 41,8% των νοικοκυριών αντιμετωπίζει δυσκολίες στην κάλυψη βασικών στεγαστικών υποχρεώσεων ή καθυστερεί σχετικές πληρωμές.

Μεγάλο στοκ

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα στεγαστικά αποθέματα στην Ευρώπη, όμως μεγάλο μέρος του παραμένει αναξιοποίητο. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το 35% των κατοικιών δεν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία, ενώ περίπου το 12%-13% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος είναι κενό. Πρόκειται κυρίως για παλαιά ακίνητα (περισσότερες από τις μισές κενές κατοικίες έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1980), που απαιτούν σημαντικές εργασίες ανακαίνισης, ενώ αρκετά παραμένουν εκτός αγοράς λόγω πολυϊδιοκτησίας, πολεοδομικών εκκρεμοτήτων, νομικών προβλημάτων ή επειδή εξακολουθούν να βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια τραπεζών, εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και του Δημοσίου.

Τις πταίει;

Η έκθεση αποδίδει τη σημερινή κατάσταση σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Μετά το 2017 η ελληνική αγορά προσέλκυσε σημαντικό ενδιαφέρον από ξένους επενδυτές, επωφελήθηκε από το πρόγραμμα Golden Visa και τα φορολογικά κίνητρα για επενδυτές και αλλοδαπούς συνταξιούχους, ενώ η ανάκαμψη της οικονομίας ενίσχυσε εκ νέου τη ζήτηση για κατοικίες.

Παράλληλα, τα προγράμματα επιδοτούμενων στεγαστικών δανείων, όπως το «Σπίτι μου», διευκόλυναν μέρος των νέων αγοραστών, ενώ η αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών και η συγκέντρωση του πληθυσμού στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τη ζήτηση για μικρά διαμερίσματα. Ωστόσο, η οικοδομική δραστηριότητα δεν κατάφερε να ακολουθήσει με τον ίδιο ρυθμό.

Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Οι καταχωρίσεις αυξήθηκαν κατά 240% την περίοδο 2017-2024, ξεπερνώντας τις 230.000, περιορίζοντας τη διαθεσιμότητα κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση σε περιοχές υψηλής ζήτησης όπως το κέντρο της Αθήνας, ο Πειραιάς και δημοφιλείς τουριστικοί προορισμοί.

Της Μαρίας Καλούδη

Εφημερίδα Απογευματινή / αναδημοσίευση από το powergame.gr