Ούτε «στου Λαμπρόπουλου» ούτε στο NotosCom. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν και πού θα είναι το νέο ραντεβού των καταναλωτών, αφού το ιστορικό πολυκατάστημα στη συμβολή των οδών Αιόλου και Σταδίου διακόπτει επισήμως από σήμερα τη λειτουργία του, επισφραγίζοντας το προαναγγελθέν τέλος εποχής για ένα από τα πιο ιστορικά εμπορικά καταστήματα του κέντρου της Αθήνας. Εγκαταστάθηκε στην Ομόνοια στην αυγή του 20ού αιώνα, το 1913, και έμελλε να κατεβάσει ρολά 113 χρόνια μετά, έχοντας διαγράψει έναν πλήρη κύκλο μεγάλων επιτυχιών και αποτυχιών στον εμπορικό στίβο της χώρας.
Το ιστορικό πολυκατάστημα, που επί δεκαετίες αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τους Αθηναίους, ιδιαίτερα στη μεταπολεμική περίοδο, όταν η Ομόνοια και οι γύρω δρόμοι αποτελούσαν έναν από τους βασικούς εμπορικούς πυρήνες της πόλης, περνά και ουσιαστικά στα χέρια της εταιρείας Dimand, η οποία το απέκτησε από την Τράπεζα Πειραιώς και πλέον καλείται να αποφασίσει ποια θα είναι η επόμενη χρήση. Ξενοδοχείο; Γραφεία; Κατοικίες; Νέο πολυκατάστημα; Συνδυασμός χρήσεων;
Ρεπορτάζ του powergame.gr καταγράφει τις τελευταίες ώρες ζωής του διάσημου στο παρελθόν πολυκαταστήματος. Γνωστά brands έχουν ήδη διακόψει τη λειτουργία τους, τα ράφια είναι άδεια ή μισοάδεια, μακριά από την εικόνα και τις άλλοτε ένδοξες ημέρες, και οι ιδιοκτήτες του ακινήτου κοιτούν την επόμενη μέρα.
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ
Για τους εργαζόμενους που αποχωρούν έχουν προβλεφθεί πρόσθετες παροχές πέραν της προβλεπόμενης αποζημίωσης, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με την ηλικία και την προϋπηρεσία. Οι εργαζόμενοι ηλικίας άνω των 58 ετών, ανεξαρτήτως προϋπηρεσίας, θα λάβουν πρόσθετη παροχή που συνδέεται και με την αναγνώριση πλασματικών ετών, όπου αυτά υπήρχαν. Για όσους παρέμειναν μέχρι την ολοκλήρωση της λειτουργίας του καταστήματος προβλέπεται επιπλέον ένας μισθός καθώς και συμμετοχή 3% επί του τζίρου των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου (και ορισμένων ημερών του Ιουνίου), ποσό που υπολογίζεται περίπου στα 1.200 ευρώ.
Για εργαζόμενους με περισσότερα από 25 χρόνια προϋπηρεσίας προβλέφθηκε η αναγνώριση έως και δύο πλασματικών ετών, ενώ για όσους παρέμειναν μέχρι το τέλος προστέθηκαν ο επιπλέον μισθός και η συμμετοχή 3% επί του τζίρου.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΟ ΜΕ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ
Από το 1901 και σταδιακά τα επόμενα χρόνια ο Ξενοφών Λαμπρόπουλος ίδρυσε μαζί με τα αδέλφια του και ανέπτυξε την εμπορική επιχείρηση, στεγάζοντάς την αρχικά σε ένα υπόγειο στη γωνία των οδών Αιόλου και Λυκούργου Το 1913 το κατάστημα μεταφέρθηκε στο κτίριο που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Αιόλου και Σταδίου, ενώ με την πάροδο των ετών η επιχείρηση συνέχισε να αναπτύσσεται και επεκτάθηκε σε ιδιόκτητα νεοκλασικά ακίνητα επί των οδών Αιόλου και Λυκούργου, δημιουργώντας ένα εμπορικό συγκρότημα που με την πάροδο των δεκαετιών εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα της πρωτεύουσας. Ήταν κυρίως κατά τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80, όμως, όταν ο «Λαμπρόπουλος» έγινε πραγματικό συνώνυμο του μεγάλου πολυκαταστήματος. Για πολλές γενιές Αθηναίων, η φράση «στου Λαμπρόπουλου» αρκούσε για να προσδιορίσει όχι μόνο έναν εμπορικό προορισμό αλλά και ένα σημείο συνάντησης στο κέντρο της πόλης.
Το πολυκατάστημα αποτέλεσε μέρος της κοινωνικής και καταναλωτικής ζωής της Αθήνας, σε μια εποχή κατά την οποία το κέντρο της πρωτεύουσας αποτελούσε τον βασικό εμπορικό πόλο της πόλης.
ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
Το 1927 η εταιρεία μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, ενώ αργότερα ακολούθησε και η εισαγωγή της στο χρηματιστήριο. Το όνομα «Λαμπρόπουλος» πέρασε έτσι από τη σφαίρα μιας οικογενειακής εμπορικής επιχείρησης σε εκείνη μιας μεγάλης οργανωμένης εταιρείας λιανικής.
Ο όμιλος συνδέθηκε και με τη δισκογραφία μέσω της Columbia – Αφοί Λαμπρόπουλοι, ενώ το ίδιο το πολυκατάστημα υπήρξε από τους χώρους που εισήγαγαν στην ελληνική αγορά τη λογική των «shop in shops», φιλοξενώντας επώνυμες μάρκες και ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις στο οργανωμένο λιανεμπόριο.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 η ιστορική επιχείρηση πέρασε στον Όμιλο Παπαέλληνα. Το 2001 το κατάστημα επανασυστήθηκε στην αγορά ως «Notos Galleries Λαμπρόπουλος», σηματοδοτώντας μία νέα προσπάθεια να διατηρηθεί η εμπορική παρουσία του ιστορικού σημείου υπό ένα διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο. Ωστόσο, η αλλαγή της εμπορικής ταυτότητας δεν μπορούσε να ανακόψει τις ευρύτερες μεταβολές που είχαν ήδη αρχίσει να συντελούνται στο κέντρο της Αθήνας. Η ανάπτυξη νέων εμπορικών πόλων, η μετατόπιση της καταναλωτικής δραστηριότητας προς άλλες περιοχές, η άνοδος των εμπορικών κέντρων και αργότερα η επιτάχυνση του ηλεκτρονικού εμπορίου άλλαξαν δραστικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούσαν τα παραδοσιακά πολυκαταστήματα.
Εφημερίδα Απογευματινή





