Μια σηµαντική κίνηση για την ελληνική κεφαλαιαγορά δροµολογεί η Capital Maritime Finance (CMF), συµφερόντων του εφοπλιστή Βαγγέλη Μαρινάκη, επιλέγοντας την Αθήνα ως αποκλειστική αγορά για την εισαγωγή των µετοχών της. Η εταιρεία προχωρεί στην αρχική δηµόσια προσφορά (IPO) του συνόλου των µετοχών της, µε στόχο την εισαγωγή τους στο Euronext Athens. Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος για την ελληνική αγορά, καθώς πρόκειται για την πρώτη ναυτιλιακή εταιρεία που επιλέγει να πραγµατοποιήσει IPO και να εισαγάγει το σύνολο των µετοχών της στην ελληνική κεφαλαιαγορά. Η εξέλιξη προσδίδει νέα διάσταση στη σχέση της ελληνικής ναυτιλίας µε το εγχώριο χρηµατιστηριακό σύστηµα και ενισχύει την προσπάθεια της Αθήνας να διεκδικήσει µεγαλύτερο ρόλο ως κέντρο άντλησης κεφαλαίων για τον διεθνή ναυτιλιακό κλάδο.
Με βάση τις µέχρι σήµερα διαθέσιµες πληροφορίες, η CMF προσανατολίζεται στην άντληση κεφαλαίων έως 200 εκατ. ευρώ µέσω της δηµόσιας προσφοράς. Τα έσοδα της έκδοσης αναµένεται να κατευθυνθούν κατά κύριο λόγο στην υλοποίηση του επενδυτικού και ναυπηγικού προγράµµατος της εταιρείας, ενώ µέρος των κεφαλαίων θα χρησιµοποιηθεί για την κάλυψη αναγκών κεφαλαίου κίνησης.
Η κίνηση πραγµατοποιείται σε µια περίοδο κατά την οποία η ελληνόκτητη ναυτιλία διατηρεί ισχυρό διεθνές αποτύπωµα και αποτελεί έναν από τους πλέον εξωστρεφείς και επενδυτικά ενεργούς κλάδους της ελληνικής οικονοµίας. Το επενδυτικό αφήγηµα της CMF βασίζεται σε έναν συνδυασµό µακροπρόθεσµης ανάπτυξης και προβλεψιµότητας των ταµειακών ροών. Ο πυρήνας της στρατηγικής είναι η απόκτηση και εκµετάλλευση πλοίων µεταφοράς εµπορευµατοκιβωτίων, αλλά και άλλων τύπων πλοίων, µε έµφαση στις µακροχρόνιες ναυλώσεις.
Η εταιρεία έχει ήδη εξασφαλίσει συµβόλαια µε µεγάλους διεθνείς ναυλωτές, περιορίζοντας την έκθεσή της στις έντονες διακυµάνσεις που χαρακτηρίζουν την αγορά των containerships.
Σήµερα, το σύνολο της διαθέσιµης χωρητικότητας του στόλου είναι ναυλωµένο, µε κάλυψη των ηµερών λειτουργίας έως το 2034. Το συµβασιοποιηµένο υπόλοιπο εσόδων ανέρχεται σε περίπου 3,9 δισ. δολάρια, ενώ η µέση υπολειπόµενη διάρκεια των ναυλώσεων φτάνει τα 9,5 έτη. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που προσφέρουν σηµαντική ορατότητα εσόδων, στοιχείο ιδιαίτερης σηµασίας σε έναν κλάδο όπου οι ναύλοι µπορούν να µεταβάλλονται έντονα ανάλογα µε τον παγκόσµιο κύκλο του εµπορίου.
Σηµαντικό µέρος αυτών των συµβολαίων αφορά κορυφαίες εταιρείες της διεθνούς liner ναυτιλίας, µε τη µορφή µακροχρόνιων συµφωνιών take-or-pay. Μεταξύ των βασικών ναυλωτών περιλαµβάνονται η CMA CGM, η οποία αποτελεί µία από τις µεγαλύτερες εταιρείες τακτικών γραµµών παγκοσµίως, µε συµβάσεις µε την CMF συνολικού ύψους σχεδόν 3 δισ. δολαρίων, καθώς και η Unifeeder, θυγατρική της DP World, µε συµβάσεις που προσεγγίζουν τα 1 δισεκατοµµύριο δολάρια.
Στο επίκεντρο του επενδυτικού σχεδιασµού βρίσκεται ένας ιδιαίτερα νέος στόλος. Με την ολοκλήρωση του ναυπηγικού προγράµµατος, η CMF θα διαθέτει 36 πλοία, από τα οποία 13 βρίσκονται ήδη σε λειτουργία και 23 είναι υπό ναυπήγηση. Η µέση σταθµισµένη ηλικία του στόλου κατά την πλήρη παράδοση αναµένεται να διαµορφωθεί µόλις στα δύο έτη, τοποθετώντας την εταιρεία στην κατηγορία των νεότερων στόλων της αγοράς.
Ο στόλος αποτελείται από 26 feeder containerships χωρητικότητας 1.800 έως 2.900 TEU και 10 πλοία τύπου NeoPanamax, χωρητικότητας 8.800 TEU. Ιδιαίτερο βάρος έχει δοθεί στην ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς τα δέκα µεγαλύτερα πλοία διαθέτουν δυνατότητα διπλού καυσίµου LNG. Η χρήση LNG, αλλά και η δυνατότητα αξιοποίησης bioLNG και e-LNG, περιορίζει τις εκποµπές και προσφέρει προσαρµογή στο ολοένα αυστηρότερο περιβαλλοντικό πλαίσιο που διέπει τη ναυτιλία.
Οι επενδύσεις αυτές αποκτούν πρόσθετη σηµασία, καθώς οι απαιτήσεις του ΙΜΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τις εκποµπές και την ενεργειακή αποδοτικότητα αυξάνονται. Οι κανονισµοί EEXI και CII, σε συνδυασµό µε το EU ETS και το FuelEU Maritime, αυξάνουν το κόστος λειτουργίας των παλαιότερων πλοίων και ενισχύουν τα κίνητρα για την ανανέωση του παγκόσµιου στόλου.
Η CMF εκτιµά ότι ο νεότερος και τεχνολογικά αναβαθµισµένος στόλος της περιορίζει την έκθεσή της στο συγκεκριµένο κόστος.
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι διαθέτει επίσης ισχυρό χρηµατοοικονοµικό υπόβαθρο για την ολοκλήρωση των επενδύσεών της. Το υπόλοιπο πρόγραµµα κεφαλαιουχικών δαπανών ανέρχεται σε 1,9 δισ. δολάρια έως το 2028, εκ των οποίων περίπου 1,6 δισ. δολάρια καλύπτονται µέσω τραπεζικού δανεισµού. Το υπόλοιπο προβλέπεται να χρηµατοδοτηθεί από τις λειτουργικές ταµειακές ροές και τα καθαρά έσοδα της δηµόσιας προσφοράς.
Παράλληλα, η διοίκηση έχει σχεδιάσει πολιτική διανοµής µερίσµατος, µε στόχο οι µέτοχοι να λαµβάνουν διανοµές σε τριµηνιαία βάση, σε συνάρτηση µε τα προσαρµοσµένα καθαρά κέρδη. Η έναρξη των διανοµών τοποθετείται, σύµφωνα µε τον σχεδιασµό, στο πρώτο τρίµηνο του 2027.
Το επενδυτικό story της CMF στηρίζεται και στις εξελίξεις στην αγορά containerships. Εως το 2029, περίπου το 50% του παγκόσµιου στόλου πλοίων κάτω των 3.000 TEU αναµένεται να έχει ηλικία άνω των 20 ετών, ενώ στην κατηγορία των 8.000-12.000 TEU το αντίστοιχο ποσοστό υπολογίζεται σε 32%. Η γήρανση του υφιστάµενου στόλου, σε συνδυασµό µε τις αυξηµένες απαιτήσεις για ενεργειακή αποδοτικότητα, δηµιουργεί πιέσεις για αντικατάσταση παλαιότερων πλοίων.
Την ίδια στιγµή, η αναδιάταξη των παγκόσµιων εφοδιαστικών αλυσίδων και η προσπάθεια των επιχειρήσεων να περιορίσουν την εξάρτησή τους από συγκεκριµένες παραγωγικές βάσεις ενισχύουν τις περιφερειακές εµπορικές διαδροµές. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τη ζήτηση για πλοία µικρότερης και µεσαίας χωρητικότητας, τα οποία µπορούν να εξυπηρετούν µε µεγαλύτερη ευελιξία περιφερειακά δίκτυα µεταφοράς.
Κυριακάτικη Απογευματινή










