Η ένταξη των F-35 στο ελληνικό οπλοστάσιο θα καταγραφεί ως η κορυφαία στιγμή μιας δεκαετίας εξοπλιστικής ανασυγκρότησης. Αποτελεί όμως απάντηση σε ένα ερώτημα της προηγούμενης εποχής, καθώς η ίδια η φύση του πολέμου αλλάζει, με αιχμή την Ουκρανία.
Για να αποτιμήσουμε δίκαια όμως το σήμερα, χρειάζεται να δούμε την αφετηρία. Η κρίση δεν ήταν απλή οικονομική παρένθεση, υπήρξε μία δεκαετία διάβρωσης της εθνικής αποτρεπτικής ισχύος. Από το 2009 έως το 2014 οι αμυντικές δαπάνες σχεδόν υποδιπλασιάστηκαν, ενώ το 2011 μόλις το 5,9% του Προϋπολογισμού πήγαινε σε νέα συστήματα. Συντηρούσε μισθούς και συντάξεις, αλλά δεν χρηματοδοτούσε το μέλλον.
Την ίδια περίοδο η Τουρκία επένδυε στην ισχύ. Όχι ως απλός αγοραστής των F-35, αλλά ως εταίρος και συμπαραγωγός, με ορίζοντα εκατό αεροσκαφών. Αν εκείνη η συμφωνία είχε ολοκληρωθεί, η ισορροπία στο Αιγαίο θα ανατρεπόταν δομικά. Την ανέτρεψε όμως η ίδια η Άγκυρα. Η αγορά των S-400 έφερε τον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα κι έπειτα τις κυρώσεις CAATSA. Η Ελλάδα δεν προκάλεσε αυτό το λάθος, αξιοποίησε όμως τον χρόνο που της χάρισε ο Ερντογάν. 24 Rafale, 83 F-16 Viper, νέες φρεγάτες, τα F-35 από το 2028 και μία στρατηγική σύγκλιση με το Ισραήλ. Το χαμένο έδαφος ανακτήθηκε χάρη στις οικονομικές θυσίες των Ελλήνων και τους επιδέξιους χειρισμούς της κυβέρνησης.
Η πρόκληση όμως είναι πως ο ίδιος ο πόλεμος πλέον αλλάζει. Η ρωσική εισβολή δεν άλλαξε απλώς τις τακτικές, ανέτρεψε την ίδια την οικονομία της σύγκρουσης. Ένα drone λίγων εκατοντάδων δολαρίων εξουδετερώνει σήμερα ένα άρμα πολλών εκατομμυρίων. Κατά νατοϊκές εκτιμήσεις, τέτοια συστήματα έχουν καταστρέψει τα δύο τρίτα των ρωσικών αρμάτων. Μόνο με το τίμημα ενός μόνο F-35 αγοράζει κανείς δεκάδες χιλιάδες τέτοια drones. Για πρώτη φορά ύστερα από δεκαετίες, η επίθεση έγινε φθηνότερη από την άμυνα. Σε πρόσφατη νατοϊκή άσκηση σήκωσαν F-35 και Patriot αξίας εκατομμυρίων για να αναχαιτίσουν drones των 20.000 δολαρίων, ενώ ήδη η βορειοατλαντική συμμαχία δρομολογεί άνω των 40 δισ. δολαρίων σε αντι-drone δυνατότητες. Όπως φαίνεται, οι επόμενοι πόλεμοι δεν θα κριθούν αποκλειστικά από πανάκριβα συστήματα, αλλά από φθηνή, ανθεκτική μάζα.
Τα F-35 δεν είναι προφανώς περιττά. Η διεισδυτικότητα και το βαθύ πλήγμα παραμένουν αναντικατάστατα, και κανένα σμήνος δεν υποκαθιστά τον πόλεμο των συνδυασμένων όπλων. Το μήνυμα όμως της εξέλιξης είναι ξεκάθαρο. Μία αποτροπή στηριγμένη αποκλειστικά σε ελάχιστες, υπερπολυτελείς πλατφόρμες είναι εγγενώς εύθραυστη. Το πλεονέκτημα αυτό, εξάλλου, δεν είναι μόνιμο. Αν διευθετηθεί το ζήτημα των S-400, η επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 δεν αποκλείεται. Στο δε πεδίο της φθηνής μάζας drones η Άγκυρα έχει ήδη κερδίσει την αναγνώριση. Η βιομηχανία Baykar έχει συμφωνίες με 37 χώρες και 2,2 δισ. δολάρια εξαγωγές το 2025, ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας drones παγκοσμίως, ενώ το μη επανδρωμένο μαχητικό stelth Kızılelma μπαίνει φέτος σε υπηρεσία.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα. Ο χρόνος που κέρδισε η Αθήνα θα αποκτήσει αξία μόνο αν εξελιχθεί σε συνδυαστικές δυνατότητες, αντί να παραμείνει μία ακριβή λίστα αγορών. Πυρομαχικά, υποδομές, διαθεσιμότητες, εγχώρια παραγωγή drones και αντι-drone, με σταθερή χρηματοδότηση έρευνας. Τα F-35 απαντούν στο ερώτημα του χθες. Το ερώτημα του αύριο γράφεται ήδη, και γράφεται φθηνότερα.
*Ο κ. Λυσιγάκης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων
Εφημερίδα Απογευματινή








