Άρθρο της Α. Σδούκου στην «Α»: Αντιπολίτευση των κραυγών και όχι των προτάσεων

Κάθε μέρα που θα περνά θα ακούγεται και μία φωνή που θα φωνάζει πιο πολύ, θα ακούγεται και μία θέση που θα είναι λίγο πιο ακραία και ανεφάρμοστη
10:30 - 28 Αυγούστου 2026
Σδούκου

Αν κάποιος άνοιγε την τηλεόρασή του σήμερα, ενώ προηγουμένως απείχε από την παρακολούθηση ειδήσεων ή εκπομπών για ένα δίμηνο, θα έβλεπε τους εκπροσώπους του ΠΑΣΟΚ και της ΕΛΑΣ να ωρύονται και σε πολλές περιπτώσεις να κατηγορούν την κυβέρνηση για τα πάντα. Από την οικονομία, την εξωτερική πολιτική μέχρι και την ήττα της Αργεντινής στον τελικό του Μουντιάλ.

Γιατί συμβαίνει όμως αυτό; Γιατί οι ήδη υψηλοί αντιπολιτευτικοί τόνοι ανέβηκαν πολλά ντεσιμπέλ; Τι έκανε η κυβέρνηση που να δικαιολογεί τον ξεσηκωμό στις τάξεις της αντιπολίτευσης;

Η αλήθεια είναι πως αυτό που άλλαξε είναι ο πολιτικός χρόνος ή, όπως θα έλεγε ο Σαββόπουλος, «αυτοί είναι ρόλοι που έχουν παιχτεί και ξαναπαιχτεί», ρόλοι μιας ιδιότυπης σύγκρουσης επιβίωσης, αλλά πάντα ρόλοι. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να είναι η διαρκής επίθεση από δύο κόμματα που έχουν έναν και μόνο στόχο, τη δεύτερη θέση; Ξέρουν καλά πως, με όρους πολιτικής επιβίωσης, ο δεύτερος παίρνει προσωρινή ανάσα ζωής, ο τρίτος δύσκολα θα σταθεί.

Ακριβώς γι’ αυτό και οι υψηλοί τόνοι. Έχουν μία προσπάθεια να πείσουν για το ποιος θα πρέπει να επιβιώσει, ποιος είναι η κατάλληλη αντιπολίτευση. Το κάνουν μάλιστα με τον μόνο τρόπο που ξέρουν: τον «φωνακλάδικο». Ελπίζουν πως κάτω από τις φωνές θα κρύψουν το βασικότερο πρόβλημά τους, που στην περίπτωσή τους είναι διπλό.

Από τη μία, το ιδεολογικό τους απόθεμα έχει από καιρό στερέψει. Δεν φωνάζουν επειδή έχουν κάτι να πουν, φωνάζουν επειδή δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν. Η Κεντροαριστερά και η σοσιαλδημοκρατία δεν έχουν καταφέρει να παρουσιάσουν τίποτα ανάλογο με εκείνο που κάποτε λεγόταν «τρίτος δρόμος», όταν ο Τόνι Μπλερ, πατώντας πάνω στη σκέψη του Άντονι Γκίντενς, προσπάθησε να δώσει στη σοσιαλδημοκρατία μια διαφορετική ταυτότητα, που πολιτικά κυριάρχησε.

Από την άλλη, όμως, δεν υπάρχει ούτε όραμα ούτε καν κάποια τεχνοκρατική επάρκεια. Υπάρχει μόνο φωνή, επειδή η φωνή είναι το μόνο που δεν χρειάζεται πρόγραμμα. Στη σύγχρονη ελληνική εκδοχή του συγκεκριμένου χώρου τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Ο προγραμματικός λόγος είναι μάλλον πιο φτωχός και εντελώς ανεπεξέργαστος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι αποφεύγουν πάση θυσία την κοστολόγηση των εξαγγελιών τους από ουδέτερες υπηρεσίες, όπως το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.

Τι απομένει λοιπόν ως επιλογή; Τι είναι εκείνο που θα μπορούσε να «μασκαρέψει» όλες αυτές τις αδυναμίες και να προσφέρει μια ελπίδα πολιτικής επιβίωσης; Μα φυσικά η οξύτητα, για την ακρίβεια, η εντεινόμενη οξύτητα. Κάθε μέρα που θα περνά θα ακούγεται και μία φωνή που θα φωνάζει πιο πολύ, θα ακούγεται και μία θέση που θα είναι λίγο πιο ακραία και ανεφάρμοστη. Δεν έχει καμία σημασία γι’ αυτούς. Το μόνο που μετρά είναι η κομματική επιβίωση.

Ας κλείσουμε λοιπόν τα αυτιά στις φωνές και ας τα κρατήσουμε ανοιχτά στον διάλογο. Είναι ο πνεύμονας της Δημοκρατίας και τον χρειαζόμαστε όσο ποτέ. Και αν δεν μπορούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να σταθούν στο ύψος της περίστασης, τόσο το χειρότερο για τα ίδια. Η κοινωνία απλώς θα τα προσπεράσει.

Η ευθύνη πέφτει σε εμάς. Να πείσουμε όλο και περισσότερους. Για τον προγραμματικό μας λόγο. Τη συνέπεια μας. Την αποτελεσματικότητα. Αυτή ήταν πάντα η αποστολή της ΝΔ. Αυτή είναι και σήμερα.

*Η κυρία Σδούκου είναι εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας και υποψήφια βουλευτής στην Α΄ Αθήνας

Eφημερίδα Απογευματινή