Πάνω από 40 δισ. ευρώ κοστίζει το πρόγραμμα Τσίπρα, λέει η κυβέρνηση

Η κυβέρνηση αμφισβητεί το ποσό των 7,5 δισ. ευρώ και κάνει λόγο για σωρευτικές επιβαρύνσεις που ξεπερνούν τα 40 δισ. στην τετραετία
11:16 - 10 Σεπτεμβρίου 2026

Νέα πολιτική σύγκρουση προκαλεί η αποτίμηση του οικονομικού προγράμματος του Αλέξη Τσίπρα, με την κυβέρνηση να αμφισβητεί ευθέως την εκτίμηση ότι το συνολικό κόστος των προγραμματικών παρεμβάσεων ανέρχεται σε 7,5 δισ. ευρώ σε ορίζοντα τετραετίας.

Σύμφωνα με την κυβερνητική κριτική, το βασικό πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνονται οι μόνιμες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι σε αρκετές περιπτώσεις λαμβάνεται υπόψη ένα ετήσιο κόστος και στη συνέχεια αυτό εμφανίζεται μειωμένο στην τετραετή αποτίμηση, χωρίς να υπολογίζεται επαρκώς η σωρευτική επιβάρυνση των επόμενων ετών.

Με βάση αυτή την προσέγγιση, η κυβέρνηση εκτιμά ότι το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα του προγράμματος μπορεί να ξεπεράσει τα 40 δισ. ευρώ στην τετραετία.

Υγειονομικοί και εκπαιδευτικοί

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκονται οι αυξήσεις αποδοχών που προβλέπονται για εργαζομένους στη δημόσια υγεία και την εκπαίδευση.

Για τους 128.000 εργαζομένους στη δημόσια υγεία, η αύξηση κατά 500 ευρώ τον μήνα μεταφράζεται, σύμφωνα με την κυβερνητική αποτίμηση, σε βασική ετήσια δαπάνη 768 εκατ. ευρώ. Με την προσθήκη των εργοδοτικών εισφορών, το ποσό φτάνει περίπου στα 900 εκατ. ευρώ ετησίως.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εφόσον πρόκειται για μόνιμη αύξηση, το συγκεκριμένο κόστος δεν μπορεί να εμφανίζεται ως περιορισμένη επιβάρυνση, αλλά θα πρέπει να υπολογίζεται για κάθε έτος από το 2027 έως και το 2030.

Ανάλογη είναι η κριτική για τους εκπαιδευτικούς. Για 200.000 εκπαιδευτικούς και αύξηση 300 ευρώ τον μήνα, η ετήσια δαπάνη υπολογίζεται σε 720 εκατ. ευρώ, ενώ μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές ανέρχεται, σύμφωνα με την ίδια κυβερνητική εκτίμηση, περίπου στα 840 εκατ. ευρώ ετησίως.

Φάρμακα και Εθνική Εγγύηση Φροντίδας

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην εξαγγελία για μηδενική συμμετοχή στα φάρμακα.

Η κυβερνητική πλευρά υποστηρίζει ότι, ακόμη και με σταδιακή εφαρμογή, η δημοσιονομική επίπτωση θα έπρεπε να αποτυπώνεται σε περίπου 450 εκατ. ευρώ το 2029 και 900 εκατ. ευρώ το 2030, όταν θα εφαρμοζόταν πλήρως.

Σε ό,τι αφορά την Εθνική Εγγύηση Φροντίδας, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν παρουσιάζονται επαρκή στοιχεία για την ποσοτικοποίηση του μέτρου και εκτιμά ότι το ετήσιο κόστος το 2030 θα πρέπει να υπολογίζεται σε περίπου 336 εκατ. ευρώ.

80.000 φοιτητές και 30.000 προσλήψεις

Στο πρόγραμμα περιλαμβάνεται επίσης η οικονομική στήριξη 80.000 φοιτητών, με επίδομα 500 ευρώ τον μήνα για δέκα μήνες.

Ο απλός υπολογισμός οδηγεί σε ετήσια δαπάνη 400 εκατ. ευρώ, ποσό που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επαναλαμβανόμενη ετήσια επιβάρυνση από το 2027.

Σημαντικό δημοσιονομικό βάρος αποδίδεται και στην εξαγγελία για 30.000 μόνιμες προσλήψεις εκπαιδευτικών. Η κυβερνητική αποτίμηση ανεβάζει το ετήσιο κόστος για το σύνολο των προσλήψεων σε περίπου 569 εκατ. ευρώ.

Ερωτήματα τίθενται ακόμη για την καθολική προσχολική αγωγή και τα δωρεάν σχολικά γεύματα, καθώς η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν αποτυπώνεται επαρκώς το σωρευτικό κόστος των συγκεκριμένων παρεμβάσεων.

Οι δαπάνες που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, «μηδενίζονται»

Ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης αφορά μέτρα τα οποία, σύμφωνα με την κυβερνητική κριτική, εμφανίζονται να έχουν κόστος μόνο κατά το πρώτο έτος εφαρμογής και στη συνέχεια να μηδενίζονται στους σχετικούς πίνακες.

Ερωτήματα τίθενται για τον μόνιμο μηχανισμό του ΕΛΓΑ, για τους εποχικούς πυροσβέστες, αλλά και για τις δωρεάν αστικές μετακινήσεις, καθώς η κυβέρνηση διερωτάται γιατί οι αντίστοιχες δαπάνες εμφανίζονται να μηδενίζονται από το 2028.

ΦΠΑ και φορολογικές ελαφρύνσεις

Στο στόχαστρο βρίσκεται και η εξαγγελία για μείωση του ΦΠΑ στο 6% σε επιλεγμένα βασικά προϊόντα, η οποία εμφανίζεται με κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ.

Η κυβέρνηση αντιτείνει ότι, εάν η μείωση αφορά ευρύτερα τρόφιμα και είδη υγιεινής, το δημοσιονομικό κόστος θα μπορούσε να ανέλθει περίπου στα 1,8 δισ. ευρώ. Παράλληλα, θέτει το ερώτημα ποια προϊόντα ακριβώς περιλαμβάνονται στο μέτρο και γιατί η σχετική επιβάρυνση εμφανίζεται να εξαφανίζεται από το 2028.

Αμφισβήτηση εκφράζεται και για τη διπλάσια έκπτωση φόρου για παιδιά, την οποία η κυβέρνηση υπολογίζει σε περίπου 1,04 δισ. ευρώ ετησίως, αλλά και για την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, που αποτιμάται σε περίπου 240 εκατ. ευρώ.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η μείωση της προκαταβολής φόρου για τα νομικά πρόσωπα.

Η φορολόγηση των μερισμάτων

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η κυβέρνηση και στις προβλεπόμενες πηγές χρηματοδότησης.

Αμφισβητεί την εκτίμηση για 400 εκατ. ευρώ πρόσθετα έσοδα από τη φορολόγηση των μερισμάτων, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια πρόβλεψη προϋποθέτει σημαντική αύξηση των φορολογικών εσόδων σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.

Το κυβερνητικό επιχείρημα στηρίζεται στη φορολογική ελαστικότητα των μερισμάτων, καθώς οι επιχειρήσεις μπορούν να μεταβάλλουν τον χρόνο και το ύψος των διανομών τους. Ως εκ τούτου, αμφισβητείται ότι μια αύξηση της φορολογίας θα οδηγήσει αυτομάτως σε αντίστοιχη αύξηση των κρατικών εσόδων.

ΕΝΦΙΑ και αναβαλλόμενος φόρος

Αμφισβήτηση διατυπώνεται και για τα 300 εκατ. ευρώ εσόδων από την αύξηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ στα νομικά πρόσωπα.

Η κυβέρνηση ζητά να αποσαφηνιστεί το ύψος της απαιτούμενης φορολογικής επιβάρυνσης, αλλά και οι ενδεχόμενες συνέπειες για τις επενδύσεις και την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Παράλληλα, θέτει ζήτημα για τα 900 εκατ. ευρώ από τον αναβαλλόμενο φόρο, τα οποία εμφανίζονται ως έσοδα το 2030. Κατά την κυβερνητική επιχειρηματολογία, η συγκεκριμένη παρέμβαση δημιουργεί ερωτήματα λόγω των πιθανών επιπτώσεών της στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών.

Επιπλέον, τίθεται το ευρύτερο δημοσιονομικό ερώτημα κατά πόσο μπορούν να χρηματοδοτηθούν δαπάνες του 2027 και του 2028 με έσοδα τα οποία προβλέπεται να προκύψουν το 2030.

Οι 50.000 κατοικίες και το κόστος των 6 δισ. ευρώ

Η κυβερνητική κριτική επεκτείνεται και σε εξαγγελίες που, όπως υποστηρίζεται, δεν έχουν ενσωματωθεί πλήρως στην κοστολόγηση.

Πρώτη περίπτωση είναι η δημιουργία 50.000 νέων προσιτών κατοικιών μέσα σε τέσσερα χρόνια.

Με βάση την κυβερνητική παραδοχή για κόστος κατασκευής 1.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και μέση επιφάνεια 80 τ.μ., το κόστος υπολογίζεται σε περίπου 1,5 δισ. ευρώ ετησίως και τουλάχιστον 6 δισ. ευρώ στην τετραετία.

Κατώτατος μισθός στα 1.000 ευρώ

Στο ίδιο πεδίο βρίσκεται και η δέσμευση για κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ από το 2027.

Σύμφωνα με την κυβερνητική εκτίμηση, η αύξηση δεν περιορίζεται στον ιδιωτικό τομέα, καθώς επηρεάζει και τις αποδοχές στο Δημόσιο λόγω της θεσμικής σύνδεσης με τον κατώτατο μισθό.

Το πρόσθετο ετήσιο κόστος υπολογίζεται από την κυβέρνηση σε περίπου 859 εκατ. ευρώ.

Δήμοι, Πράσινο Ταμείο και νέος «Φιλόδημος»

Στους υπολογισμούς της κυβέρνησης προστίθενται ακόμη περίπου 590 εκατ. ευρώ ετησίως για την απόδοση του συνόλου του τέλους ανθεκτικότητας στους δήμους.

Παράλληλα, εκτιμάται σε περίπου 160 εκατ. ευρώ ετησίως η πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση από την αύξηση των επενδυτικών πόρων του Πράσινου Ταμείου προς τους δήμους.

Για τον νέο «Φιλόδημο», η κυβερνητική αποτίμηση προβλέπει 250 εκατ. ευρώ από το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και ακόμη 450 εκατ. ευρώ μέσω δανείων της ΕΤΕπ κάθε χρόνο.

Το συνολικό χρηματοδοτικό ύψος ανέρχεται έτσι σε 700 εκατ. ευρώ ετησίως ή 3,5 δισ. ευρώ σε πενταετή ορίζοντα. Η κυβέρνηση επισημαίνει, ωστόσο, ότι ο δανεισμός από την ΕΤΕπ αποτελεί χρηματοδοτικό εργαλείο και όχι δημοσιονομικό έσοδο.

1,5 δισ. ευρώ τον χρόνο για το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης

Στην κυβερνητική αποτίμηση προστίθεται τέλος η εξαγγελία για 1,5 δισ. ευρώ ετησίως από το εθνικό σκέλος των δημοσίων επενδύσεων για τη δημιουργία Εθνικού Ταμείου Σύγκλισης.

Κατά την κυβέρνηση, η συγκεκριμένη δαπάνη προϋποθέτει αύξηση των ορίων του Εθνικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Η μάχη των αριθμών

Με βάση το σύνολο των παραπάνω υπολογισμών, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα δεν έχει κόστος 7,5 δισ. ευρώ στην τετραετία, αλλά μπορεί να ξεπερνά τα 40 δισ. ευρώ.

Η πολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον μόνο το ύψος των παροχών, αλλά και τη μεθοδολογία κοστολόγησης, τον τρόπο καταγραφής των μόνιμων δαπανών και την αξιοπιστία των εσόδων που προτείνονται ως αντίβαρο.

Η κυβέρνηση καλεί, παράλληλα, τον κ. Τσίπρα να καταθέσει το σύνολο των προγραμματικών του παρεμβάσεων στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, ώστε να υπάρξει ανεξάρτητη αξιολόγηση της δημοσιονομικής τους επίπτωσης.

Το ζήτημα της κοστολόγησης του προγράμματος αναμένεται να αποτελέσει κεντρικό πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς πίσω από τη διαφορά των αριθμών βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα για το πραγματικό δημοσιονομικό αποτύπωμα των δεσμεύσεων και για το εάν υπάρχουν οι αναγκαίοι πόροι ώστε αυτές να υλοποιηθούν.