Ενα άλλο είδος ιδιαιτέρως αξιόπιστων «δηµοσκοπήσεων» αποτελούν οι αντιδράσεις της αγοράς στην προοπτική των πολιτικών µας πραγµάτων. Ετσι οι µεν έρευνες των τάσεων της κοινής γνώµης από τις εταιρείες δηµοσκοπήσεων αναδεικνύουν τα «θέλω» της κοινής γνώµης τη συγκεκριµένη χρονική περίοδο, οι επιθυµίες πάντως της οποίας την τρέχουσα περίοδο επηρεάζονται και από το πρόβληµα της ακρίβειας. Αλλά και από µία τάση προς υποτιθέµενα αντισυστηµικά κόµµατα, µε ό,τι κι αν αυτό µπορεί να σηµαίνει και πώς εννοούν οι επιλέγοντες τα κόµµατα αυτά, εγκαταλείποντας προηγούµενη εκλογική τους συµπεριφορά.
Αυτές οι άλλες «δηµοσκοπήσεις» που πιστοποιούν την κυριαρχία της Νέας ∆ηµοκρατίας, παρά τις όποιες απώλειες, αποτελούν συγχρόνως «καµπανάκι» προς την κοινωνία για το τι µπορεί να σηµάνουν αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό και κυρίως επιλογές που δεν θα εξασφαλίζουν πολιτική σταθερότητα. Ποιες είναι αυτές οι άλλες εκτιµήσεις που προέρχονται από τους ξένους κυρίως και που λειτουργούν µε δηµοσκοπικά χαρακτηριστικά, ως προς τη νεοδηµοκρατική πολιτική κυριαρχία;
Ε.Ε. και Moody’s, Fitch
Κατ’ αρχάς οι εκτιµήσεις των µεγάλων επενδυτικών οίκων αλλά και των τραπεζών. Αλλά -και αυτό έχει σηµασία- έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι παρατηρήσεις και εκτιµήσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την Ελλάδα, σε µία περίοδο που άλλες χώρες, που αποτελούν την οικονοµική ατµοµηχανή της Ευρώπης, αντιµετωπίζουν οικονοµική και κοινωνική κρίση. Επισηµαίνεται σχετικώς ότι τόσο οι ξένοι επενδυτικοί οίκοι και διεθνείς οργανισµοί όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζουν τη δηµοσιονοµική σταθερότητα που έχει επιτύχει η σηµερινή κυβέρνηση, καθώς και τις µεταρρυθµίσεις που έχουν γίνει, χωρίς η εικόνα αυτή να «χαλάει» από κάποιες διαρθρωτικές αδυναµίες, όπως λ.χ. οι καθυστερήσεις στην απονοµή της δικαιοσύνης ή το στεγαστικό, που, πάντως, δεν αποτελεί ελληνικό µονοπώλιο στο πλαίσιο της Ε.Ε. Αλλωστε αναγνωρίζουν ότι το οικονοµικό µπλέξιµο της Ελλάδας προήλθε από τον δηµοσιονοµικό εκτροχιασµό.
Ειδικότερα, όσον αφορά τους ξένους επενδυτικούς οίκους και τα διεθνή Μέσα, πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής:
Πρώτον, οι µεγάλοι οίκοι αξιολόγησης (από τους οποίους -είναι αλήθεια- η Ελλάδα είχε ταλαιπωρηθεί στο παρελθόν µε τις εκτιµήσεις τους, ενδεχοµένως σε ορισµένες περιπτώσεις όχι χωρίς λόγο) θεωρούν ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι πλέον ένας αξιόπιστος συνοµιλητής, καθώς εµπιστεύονται τα οικονοµικά στοιχεία που τους διαθέτει. Αυτό ερµηνεύεται ως δείγµα οικονοµικής σταθερότητας.
∆εύτερον, οι ίδιοι οίκοι, όπως λ.χ. οι Moody’s, Standard and Poors και Fitch, στις αξιολογήσεις τους επισηµαίνουν τη σηµασία της πρόωρης αποπληρωµής, στο µέτρο των ελληνικών δηµοσιονοµικών δυνατοτήτων του χρέους της χώρας, και της µείωσης του κόστους δανεισµού της χώρας, καθώς τα ελληνικά οµόλογα προσφέρουν χαµηλότερη πλέον απόδοση από τα γαλλικά λ.χ. καθώς και τα ιταλικά.
Οι αξιολογήσεις αυτές των ξένων οίκων αντιπροσωπεύουν την έκταση της επενδυτικής εµπιστοσύνης που έχει εξασφαλίσει η χώρα χάρη στη σηµερινή κυβέρνηση. Αυτό σηµαίνει, δηλαδή η αποκατάσταση της εµπιστοσύνης των επενδυτών, ότι ξένα κεφάλαια έχουν πλέον ισχυρή ροή, µε κυρίαρχη επενδυτική προτίµηση στα ακίνητα, αλλά και σε επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου. Η διαπίστωση αυτή γίνεται και από το Bloomberg και έχει την ιδιαίτερη σηµασία της για τους ξένους επενδυτές. Πλέον ξένοι οίκοι αλλά και τράπεζες συνιστούν στους πελάτες τους να επενδύουν στην Ελλάδα.
Εύσηµα
Εξίσου σηµαντική είναι και η αναγνώριση για την ελληνική πρόοδο που γίνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία έβγαλε πλέον τη χώρα µας από τον κατάλογο των χωρών που εµφανίζουν δηµοσιονοµικές ανισορροπίες. Και έχει δώσει ιδιαίτερη έµφαση στο γεγονός ότι εξασφαλίζουµε επί σταθερής βάσης πρωτογενή πλεονάσµατα, ενώ µειώνεται σταθερά και το δηµόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ως αποτέλεσµα αυτών των οικονοµικών εξελίξεων που έχει επιτύχει η ελληνική κυβέρνηση, η Κοµισιόν διαπιστώνει ότι έχει υψηλότερους ρυθµούς ανάπτυξης σε σχέση µε αυτή που προβλέπεται για τις λοιπές χώρες της Ευρωζώνης, παρά το γεγονός ότι το ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο εµφανίζεται πιο επιφυλακτικό ως προς το ποσοστό της ανάπτυξης.
Οχι χωρίς τη δική του σηµασία είναι, τέλος, και οι προβλέψεις των στοιχηµατικών εταιρειών περί της εκλογικής κυριαρχίας (έστω και χωρίς αυτοδυναµία σε πρώτη φάση) της Νέας ∆ηµοκρατίας, γεγονός από το οποίο µπορεί να βγουν ορισµένα ασφαλή συµπεράσµατα, τα οποία βεβαίως συµπίπτουν µε αυτά των συµβατικών ερευνών των τάσεων της κοινής γνώµης (γκάλοπ).
Ενδεικτικώς να υπενθυµίσουµε ως παράδειγµα, για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των προβλέψεων των στοιχηµατικών εταιρειών, τις εκλογές του 2015, όταν φαινόταν βέβαιη η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. ∆ύο µέρες πριν από τις εκλογές η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ έδινε µόλις 1,25 και της Νέας ∆ηµοκρατίας 3,25, της Χρυσής Αυγής -που ήταν τρίτο κόµµα- 60 και του ΚΚΕ… 500. Για τους δε ΑΝ.ΕΛ., που εξαϋλώθηκαν πλέον, η απόδοση ήταν 5.000.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»










