Έπειτα από τρία χρόνια τοξικής αντιπαράθεσης και ολομέτωπης επίθεσης των κομμάτων της αριστερής και δεξιάς αντιπολίτευσης στη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, είναι πολιτικά σημαντικό ότι η εκλογική σεζόν που ξεκινά από τη ΔΕΘ και θα καταλήξει στις κάλπες χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια των κομμάτων και των κεντρικών επιτελείων τους να αντιπαρατεθούν στη βάση προγραμματικού λόγου.
Αυτό προφανώς συμβαίνει όχι γιατί οι ηγεσίες της αντιπολίτευσης αντελήφθησαν την ουσία και τη βάση της πολιτικής ή ένιωσαν τη διάθεση να επιδείξουν κάποιον πολιτειακό πολιτισμό αντί του λαϊκισμού και της μικροπολιτικής, αλλά γιατί τον δρόμο αυτό τους δείχνουν τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων και των πολιτικών αναλυτών της εκλογικής στρατηγικής.
Ακόμη και ο επικεφαλής της νεοσύστατης ΕΛΑΣ, που σπάει το πρωτόκολλο να ακολουθήσει η παρουσία του στη Θεσσαλονίκη εκείνη του πρωθυπουργού, της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας, ουσιαστικά επιδιώκει ένα παιχνίδι εντυπώσεων, όπου ο κ. Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία θα είναι αναγκασμένοι εκ των συνθηκών να απαντήσουν σε όσα πει και περιγράψει ως προς την οπτική της Ελλάδας η δική του παρουσία στη Θεσσαλονίκη.
Ακόμη και έτσι όμως ο κ. Τσίπρας φιλοδοξεί ότι θα δώσει τον τόνο με τις προτάσεις του φυσικά, γιατί τα συνθήματα περισσεύουν, σε έναν προγραμματικό διάλογο και ενδεχομένως αντιπαράθεση στη βάση της «Ατζέντας 2030» ή της ευρωπαϊκής στρατηγικής διαβούλευσης 2028-2034. Πέραν της ΕΛΑΣ, είναι έκδηλη και από τις διαρροές των εργασιών στα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης η πυρετώδης προετοιμασία για θέσεις και προτάσεις στρατηγικής και ταυτότητας της χώρας.
Η Νέα Δημοκρατία και η διακυβέρνηση με την έννοια αυτή έχει επιβάλει τον ρυθμό της στο κλίμα των εκλογών από την παρούσα πρόωρη φάση, με δεδομένο ότι οι Έλληνες που προτίθενται να πάνε στις κάλπες και να ψηφίσουν, αντί να αναλωθούν στα πληκτρολόγια και στην οχλαγωγία του διαδικτύου, επιθυμούν μια επόμενη μέρα σταθερότητας και εξέλιξη της χώρας και όχι μια ομιχλώδη κατάσταση απώλειας των κεκτημένων τους.
Εφημερίδα Απογευματινή










