Τουλάχιστον σε αυτήν τη λέξη δεν θα διαφωνήσουμε για την προέλευσή της, όπως κάναμε με ένθερμο τρόπο για τον πατσά: Το ρουσφέτι είναι λέξη τουρκική, με αραβική ρίζα. Αποτελεί κληρονομιά -και γλωσσική και πρακτική- της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε αντίθεση, ωστόσο, με τον οντά, το δράμι, το δοβλέτι και εκατοντάδες άλλες λέξεις που σταδιακά χάνονταν ή αντικαθίσταντο με άλλες, το ρουσφέτι έχει δείξει αξιοθαύμαστη αντοχή. Ούτε εξαφανίστηκε ως λέξη από το καθημερινό νεοελληνικό λεξιλόγιο, ούτε χάθηκε ως πρακτική.
Σίγουρα δεν έχει την ίδια δυναμική όπως στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν προβαλλόταν στους κινηματογράφους η ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο», ούτε όπως τη δεκαετία του ’80, που οι διορισμοί στο Δημόσιο με «εισηγητικό» πήγαιναν σύννεφο. Από τον νόμο του ΑΣΕΠ μέχρι τα αυστηρά αντικειμενικά κριτήρια στις μεταγραφές φοιτητών στα ΑΕΙ και από τη Διαύγεια μέχρι την κατάργηση της θητείας σε Ναυτικό και Αεροπορία, πολλές από τις πηγές των ρουσφετιών αποκόπηκαν. Το ποτάμι, ωστόσο, δεν σταμάτησε να κυλάει.
Είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι το ρουσφέτι αφορά μόνο τους εκάστοτε βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας ή έστω μόνο τους 300 της Βουλής. Πρόκειται για μια πρακτική διάχυτη στην ελληνική κοινωνία, γι’ αυτό και είναι τόσο αργό και δύσκολο το ξερίζωμά της. Έξω από τα γραφεία δημάρχων και περιφερειαρχών (μέχρι προ 15ετίας των νομαρχών) συνωστίζονται καθημερινά πολίτες που διεκδικούν μία μικρή ή μεγάλη παράκαμψη του νόμου – αν και για να είμαστε δίκαιοι, αρκετές φορές διεκδικούν μια λύση στην πολυπλόκαμη γραφειοκρατία που κοντεύει να πνίξει μια υπόθεση που τους αφορά. Έξω από τα γραφεία διοικητών της Τροχαίας μαζεύονται επίσης καθημερινά πολίτες -που έχουν έρθει ύστερα από τηλεφώνημα γνωστού τους, φίλου τους ή συγγενή τους ή πολιτικού τους «φίλου»- που ζητούν να τους επιστραφεί το δίπλωμα οδήγησης ή οι πινακίδες του οχήματός τους ή να διαγραφεί μια κλήση (η κυβέρνηση δεσμεύεται ότι αυτές οι πρακτικές θα εκλείψουν με την ψηφιακή αποστολή των κλήσεων, κάτι που μένει να φανεί).
Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της επικράτειας, κάποιος βουλευτής/δήμαρχος/αντιδήμαρχος/αντιπεριφερειάρχης ή κάποιος τοπικός ή μεγαλύτερου βεληνεκούς επιχειρηματίας θα πάρει τηλέφωνο τον τοπικό αστυνομικό διευθυντή, λιμενάρχη, εφοριακό, διοικητή νοσοκομείου κ.λπ. και θα ζητήσει μια χάρη για τον ίδιο ή για δικό του πρόσωπο. Η χάρη αυτή κάποιες φορές κινείται στα όρια μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, κάποιες άλλες είναι καθαρά παράνομη – κι όμως, πολύ συχνά η εξυπηρέτηση γίνεται.
Πού καταλήγουμε, λοιπόν; Ότι «μαζί τα φάγαμε»; Σαφώς και όχι. Το ρουσφέτι αποτελεί διαδεδομένη πρακτική – το ρουσφέτι που προκαλεί οικονομική ζημία στα δημόσια ταμεία, έμμεση ή άμεση, είναι υπαρκτή μεν πρακτική, αλλά με μικρότερη πλέον έκταση. Η πρώτη ωστόσο αποτελεί το υπόστρωμα πάνω στο οποίο πατάει και καλλιεργείται η δεύτερη, αλλά και άτυπα νομιμοποιείται στα μάτια σημαντικού μέρους της κοινωνίας.
Η ψηφιοποίηση του κράτους είναι αναγκαία συνθήκη για να εξαλειφθεί το ρουσφέτι από την καθημερινότητα και από το λεξιλόγιό μας. Η πλήρης ανάκτηση της εμπιστοσύνης του πολίτη στο κράτος επίσης. Αρκετές φορές κάποιος κόσμος ζητά ένα ρουσφέτι προκαταβολικά, προτού ελέγξει αν αυτό που επιδιώκει είναι θεμιτό και ρεαλιστικό να γίνει, από δυσπιστία απέναντι στο κράτος. Η πολυνομία, η ύπαρξη κλίματος ευθυνοφοβίας βαθιά ριζωμένου σε μεγάλη μερίδα δημοσίων υπαλλήλων, η απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης στο Δημόσιο, δεν βοηθούν στην κατεύθυνση αυτή.
Υπάρχει και κάτι ακόμα που μπορεί να συμβάλει με τον δικό του τρόπο, όσο και αν σε μια πρώτη ανάγνωση μπορεί να μη μοιάζει τόσο πρόσφορο και αποτελεσματικό μέσο: τα ανοιχτά δεδομένα. Ανωνυμοποιημένα φυσικά, αλλά αναλυτικά, πλήρη και δημόσια διαθέσιμα. Πόσες καλλιέργειες από κάθε είδος και πόσα ζώα καταγράφηκαν πέρυσι σε κάθε δήμο και σε κάθε περιφέρεια της χώρας, πόσα πρόπερσι, πόσα φέτος. Πόσες κλίνες Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και Μονάδας Αυξημένης Φροντίδας (ΜΑΦ) διαθέτει κάθε νοσοκομείο και πόσες είναι κατειλημμένες από ασθενείς, σε πραγματικό χρόνο. Πόσες ενστάσεις επί κλήσεων της δημοτικής αστυνομίας δέχεται κάθε δήμος ανά μήνα και πόσες γίνονται τελικά δεκτές. Σε τι ποσοστό οι στρατεύσιμοι που κάνουν αίτηση κρίνονται Ι5 και απαλλάσσονται από την υποχρέωση στρατιωτικής θητείας. Το γεγονός ότι κάθε πολίτης θα μπορεί να έχει πρόσβαση σε όλα αυτά τα στοιχεία -και σε πολλά περισσότερα βέβαια- θα αποθαρρύνει αρκετούς από το να ικανοποιήσουν τα λεγόμενα ρουσφέτια.
Λύσεις μαγικές δεν υπάρχουν. Λύσεις πρακτικές υπάρχουν. Πολλές εφαρμόζονται ήδη. Μακάρι να ακουστούν κι άλλες, σοβαρές, στον δημόσιο διάλογο.
Εφημερίδα Απογευματινή









