Έντονη είναι η κριτική -με αφορμή και τις ζυμώσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση- για το συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας στη χώρα, με την αυξημένη ισχύ του πρωθυπουργού. Σχεδόν όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ακόμα και τα εκκολαπτόμενα, την εξορκίζουν. Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται ένα παράδοξο. Τόσο το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού όσο και αυτό που εξαγγέλλει οσονούπω ο κ. Τσίπρας εμφανίζουν έντονα συμπτώματα… «προεδρικοποίησης».
Το φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο, αλλά σήμερα εμφανίζεται με μεγαλύτερη καθαρότητα. Στην περίπτωση Τσίπρα, για παράδειγμα, καταγράφεται μια συνειδητή προσπάθεια συγκρότησης κόμματος γύρω από έναν στενό πυρήνα «επιλεγμένων» στελεχών, με αυστηρά κριτήρια συμμετοχής και αποκλεισμούς συγκεκριμένων προσώπων. Η είσοδος δεν είναι αποτέλεσμα μαζικής κινητοποίησης, αλλά πολιτικής επιλογής. Η ηγεσία ενεργοποιεί ένα ιδιότυπο face control.
Ακόμα και το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού, που υποτίθεται είναι προϊόν κοινωνικής ενεργοποίησης λόγω των Τεμπών, δεν οικοδομείται από την κοινωνία προς τα πάνω, αλλά σχεδιάζεται από την κορυφή προς τη βάση. Η πολιτική ταυτότητα καθορίζεται από την ίδια και το στενό επιτελείο της. Η κυρία Καρυστιανού επιλέγει πρόσωπα, καθορίζει την ατζέντα και διαμορφώνει το αφήγημα. Κι αν της ξεφύγει κάποιος, προκαταβολικά προεξοφλεί ότι δεν επιβάλλεται κάποιο face control για φιλτράρισμα. Όμως σε επίπεδο κορυφής, το φίλτρο είναι ενεργό…
Καθώς η παραδοσιακή μορφή των «κομμάτων μαζών» με ισχυρές οργανώσεις και εκτεταμένη κοινωνική βάση αποδυναμώνεται, στη θέση της αναδύονται πιο ευέλικτα, προσωποκεντρικά σχήματα, όπου η συνοχή προκύπτει από την πολιτική επιρροή του αρχηγού, με τη συνδρομή των social media.
Η «προεδρικοποίηση» έχει πλεονεκτήματα: Δημιουργεί πιο ελεγχόμενα και πειθαρχημένα κόμματα, μειώνει τις εσωτερικές αντιθέσεις και ενισχύει την εικόνα συνοχής. Ταυτόχρονα όμως περιορίζει τον πλουραλισμό και αποδυναμώνει τη συμμετοχή των μελών.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτό αποτελεί μεταβατικό φαινόμενο ή νέα κανονικότητα. Όλα δείχνουν πως πρόκειται για δομική αλλαγή. Σε ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς παραμένει χαμηλή και η πολιτική αντιπροσώπευση βρίσκεται σε κρίση, τα κόμματα τείνουν να μετασχηματίζονται σε «οχήματα ηγετών».
Έτσι, πίσω από τη συζήτηση για το «face control» κρύβεται μια βαθύτερη πραγματικότητα: ενισχύεται η τάση με την οποία η πολιτική περνά από τη λογική της συλλογικότητας στη λογική της ηγεσίας. Είναι, σε τελευταία ανάλυση, copy paste μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, που ακόμα και τα νεοπαγή κόμματα εξοβελίζουν στα λόγια και την εφαρμόζουν στα του οίκου τους.
Εφημερίδα Απογευματινή










