Έχουµε γράψει άπειρες φορές, και εξάλλου υπάρχει µια διαρκής διεθνής ανάλυση γι’ αυτό, ότι το διεθνές σύστηµα βρίσκεται σε δοµική µετάβαση. Το µεταπολεµικό σκηνικό έχει τελειώσει, δηµιουργείται νέο και, όπως συµβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, στο ενδιάµεσο επικρατούν βία, συγκρούσεις, πόλεµοι, αλλαγές συνόρων,
καταστροφές και εξαφανίσεις κρατών, ανάδυση νέων δυνάµεων και γενικά επαναδιατύπωση των συσχετισµών και του παγκόσµιου χάρτη. Η Ελλάδα, θέλοντας και µη, είναι µέρος αυτής της αναταραχής. Με την επιπρόσθετη παράµετρο ότι εν µέσω αυτής της πλανητικής κρίσης η χώρα µας έχει να αντιµετωπίσει την αναθεωρητική Τουρκία, κάτι που ούτως ή άλλως έκανε όλες τις προηγούµενες δεκαετίες.
Η διαφορά είναι ότι ακριβώς λόγω της ρευστότητας και των ανακατατάξεων η γείτων ξεδιπλώνει την επιθετική της ατζέντα µε ακόµα µεγαλύτερη ένταση, φιλοδοξία και εύρος, επειδή γνωρίζει ότι τέτοιου είδους µεταβολές, που εκ των πραγµάτων οδηγούν σε αναθεώρηση των δεδοµένων, αποτελούν ευκαιρία για δυνάµεις όπως η ίδια.
Επιχειρεί να «κουµπώσει» τον δικό της σχεδιασµό αλλαγής του status quo µε την ευρύτερη µετατόπιση που συντελείται. Εως έναν βαθµό το καταφέρνει κυρίως στα ανατολικά της, δίχως όµως ακόµα να έχει κλειδώσει οριστικά τα κέρδη της. Το µέτωπο µε το Ισραήλ έχει βάλει σοβαρό αστερίσκο στον σχεδιασµό της, διότι οι Ισραηλινοί πλέον την έχουν κατηγοριοποιήσει ως κορυφαία απειλή, µε ό,τι αυτό σηµαίνει για τη συνέχεια.
Η πολιτική της Ελλάδος, παρότι έχει κάνει σηµαντικά βήµατα και στον εξοπλιστικό τοµέα και σε επίπεδο περιφερειακού σχεδιασµού και εξωτερικής εξισορρόπησης, δεν έχει ακόµα τον απαιτούµενο βαθµό στρατηγικής συνεκτικότητας, συνέχειας, συνολικής αντίληψης, ολοκληρωµένης προσέγγισης, ιστορικού ορίζοντα και ευρείας γεωπολιτικής οπτικής. Είναι εµφανής η προσπάθεια που καταβάλλεται υπό την πίεση των εξελίξεων, αλλά ακόµα κυριαρχούν η αποσπασµατικότητα, τα τυφλά σηµεία και η ελλιπής ενσωµάτωση των υφιστάµενων και δυνητικών εθνικών συνιστωσών ισχύος.
Επικρατεί µια συσταλτική προσέγγιση, µε ορατό, αν και µειούµενο, το αποτύπωµα της φοβίας, κληρονοµιά της µεταπολιτευτικής έξης. Συζητώντας µε κυβερνητικό παράγοντα για αυτά τα ζητήµατα, έλεγε ότι η Ελλάδα υστερεί σε νοοτροπία σε σχέση µε «µπαρουτοκαπνισµένους, πολεµικά έµπειρους, συγκρουσιακούς και αποφασισµένους δρώντες της περιοχής». Αυτό όµως, ακριβώς όπως το έθεσε ο ίδιος, δεν είναι θέµα δυνατοτήτων, αλλά ζήτηµα αντιληπτικής στάσης και απόφασης για το πώς βλέπουµε τον εαυτό µας και τον περίγυρο. Να υπενθυµίσουµε ότι η Ελλάδα δεν έχει τέτοια παράδοση. Αντιθέτως, επί δεκαετίες ο Ελληνισµός ήταν ο κατ’ εξοχήν αναθεωρητικός, µάχιµος και πολεµικός παράγων της περιοχής, ακριβώς επειδή είχε ατζέντα, διεκδικήσεις και στρατηγική.
Είναι οξύµωρο ότι τώρα, που διαθέτει αντικειµενικά περισσότερες δυνατότητες σε κάθε επίπεδο, στρατιωτικό, διπλωµατικό, οικονοµικό, διεθνούς θέσης, υπολειτουργεί σε σχέση µε αυτές. ∆εν υποστηρίζει κανείς ότι πρέπει να είµαστε άφρονες και να επιδιώκουµε τον πόλεµο, αλλά είναι γνωστό ότι η εικαζόµενη αδυναµία λειτουργεί ως µαγνήτης επιθετικότητας ειδικά σε τέτοιες περιοχές, όπου οι υπόλοιποι είναι ακριβώς όπως τους περιέγραψε ο συνοµιλητής µας. ∆εν υπάρχει καµία δικαιολογία πλην της πολιτικής ανεπάρκειας για το ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε δυσχερή και υποχωρητική θέση έναντι κρατών που στην πραγµατικότητα είναι failed states, όπως η Αλβανία, ή θνησιγενών µορφωµάτων, όπως τα Σκόπια.
Εξάλλου, ακούγεται συχνά το αδιανόητο ότι «η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα». ∆εν υπάρχει κράτος στον πλανήτη που να µη διεκδικεί τίποτα. Κανένα, πουθενά. ∆εν υπάρχει ζων οργανισµός, βιολογικός, νοµικός, θεσµικός, εταιρικός, κρατικός, που να µη διεκδικεί τίποτα. Ακόµα και τα φυτά διεκδικούν τον χώρο τους και απλώνουν τις ρίζες τους για να βρουν νερό εις βάρος της άλλης χλωρίδας. Εξάλλου, αν εσύ δεν διεκδικείς τίποτα, θα διεκδικήσουν οι άλλοι τα πάντα από
εσένα. Αυτό είναι νοµοτέλεια.
Ολα είναι θέµα νοοτροπίας και εκπαίδευσης ενός πολιτικού συστήµατος που έχει συνηθίσει να είναι κυρίως διαχειριστής και να αναζητά διαρκώς µετάθεση βαρών
σε κάποιον τρίτο, για να λύσει τα προβλήµατά µας ή να προωθήσει τις υποθέσεις µας. Για να είµαστε δίκαιοι, το τελευταίο διάστηµα αυτό δείχνει να αλλάζει λόγω των γεγονότων. Υπάρχουν σηµαντικές αποφάσεις και σοβαρές δράσεις, που δεν πρέπει να µηδενίζονται. Αλλά δεν αρκεί να το κάνουµε υπό πίεση. ∆ιότι ό,τι γίνεται µόνο λόγω πίεσης δεν έχει συνέχεια, όταν αυτή εκλείψει, και πάντως, αν δεν έχεις την ιδιοκτησία του σχεδιασµού και εθνικό όραµα, δεν υπάρχει και ορίζοντας.
Αυτές οι εξάρσεις πρωτοβουλιών και κινήσεων που επιδεικνύουµε και εκπλήσσουν πολλούς επιβεβαιώνουν το βάθος του στρατηγικού αποθέµατος και το ειδικό βάρος της Ελλάδας και ότι, εντέλει, η αδράνεια δεν είναι αποτέλεσµα απουσίας δυνατοτήτων, αλλά πολιτική επιλογή.
Κυριακάτικη Απογευματινή







