Στις τράπεζες είναι τα ψιλά γράµµατα που συνήθως δεν διαβάζουµε και είναι εκεί που κρύβονται παγίδες. Στα λογοτεχνικά κείµενα οι παραποµπές στο τέλος του βιβλίου συνήθως αποτελούν µια «αγγαρεία» και παραλείπονται. Για τα κόµµατα, η σχέση τους µε την τεχνητή νοηµοσύνη (Τ.Ν.) είναι ίσως ακόµα χειρότερη. Είναι εκτός συζήτησης στην πολιτική αντιπαράθεση. Κι αυτό, την ώρα που η Τ.Ν. είναι µία από τις µεγαλύτερες πολιτικές προκλήσεις του 21ου αιώνα, καθώς µεταβάλλει ταυτόχρονα την οικονοµία, την εργασία, την παραγωγή γνώσης και τις σχέσεις εξουσίας.
Ενα πρώτο παράδοξο είναι ότι η Τ.Ν. µπορεί να αποδυναµώνει τα πολιτικά κόµµατα ως οργανισµούς, ενώ ταυτόχρονα να αυξάνει τη σηµασία της πολιτικής. Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν την άµεση επικοινωνία πολιτικών και πολιτών µέσω ψηφιακών πλατφορµών, µειώνοντας την ανάγκη για παραδοσιακούς κοµµατικούς µηχανισµούς. Παρ’ όλ’ αυτά, όσο περισσότερες αποφάσεις θα επηρεάζονται από αλγόριθµους και ισχυρές τεχνολογικές πλατφόρµες τόσο περισσότερο οι πολίτες θα στρέφονται προς το πολιτικό σύστηµα, ζητώντας κανόνες, εποπτεία και προστασία των δικαιωµάτων τους.
Αλλά η πιο κρίσιµη παράµετρος για τα κόµµατα βρίσκεται εκτός… των κοµµάτων. Αν δεχτούµε ότι τα πολιτικά κόµµατα εκφράζουν κοινωνικές ανάγκες, κυρίως σε ό,τι αφορά τον κόσµο της εργασίας, τότε µιλάµε για µια χωρίς προηγούµενο ανατροπή. Κατά τη βιοµηχανική επανάσταση, οι µηχανές αντικατέστησαν σε µεγάλο βαθµό τη µυϊκή εργασία. Η τεχνητή νοηµοσύνη, αντίθετα, αυτοµατοποιεί τµήµατα της πνευµατικής εργασίας – πρωτοφανής ιστορικά εξέλιξη. Επαγγέλµατα που µέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ασφαλή λόγω της γνωστικής φύσης τους, όπως οι λογιστές, οι δικηγόροι, οι δηµοσιογράφοι, οι µεταφραστές, οι αναλυτές δεδοµένων και ακόµη και οι προγραµµατιστές, αντιµετωπίζουν πλέον τη δυνατότητα σηµαντικής αυτοµατοποίησης.
Αυτό δεν σηµαίνει απαραίτητα µαζική εξαφάνιση θέσεων εργασίας. Είναι όµως πιθανό να µειωθεί δραστικά ο χρόνος που απαιτείται για την εκτέλεση πολλών εργασιών. Ενας εργαζόµενος µπορεί να παράγει πολλαπλάσιο έργο µε τη βοήθεια συστηµάτων Τ.Ν. Το κρίσιµο πολιτικό ερώτηµα είναι ποιος θα ωφεληθεί από αυτή τη θεαµατική αύξηση της παραγωγικότητας. Θα µεταφραστεί σε υψηλότερα εισοδήµατα και καλύτερη ποιότητα ζωής για τους εργαζόµενους ή θα συγκεντρωθεί κυρίως στα χέρια των επιχειρήσεων που ελέγχουν την τεχνολογία;
Το ζήτηµα αυτό συνδέεται µε µια δεύτερη µεγάλη πρόκληση: τη συγκέντρωση οικονοµικής ισχύος. Οι προηγούµενες βιοµηχανικές επαναστάσεις απαιτούσαν τεράστιες φυσικές υποδοµές, εργοστάσια και µεγάλους αριθµούς εργαζοµένων. Η τεχνητή νοηµοσύνη βασίζεται κυρίως σε δεδοµένα, υπολογιστική ισχύ και εξειδικευµένους αλγόριθµους. Πρωτοφανείς πόροι ήδη συγκεντρώνονται σε λίγες µεγάλες επιχειρήσεις, δηµιουργώντας πρωτόγνωρες µορφές οικονοµικής και τεχνολογικής ισχύος.
Πώς επεξεργάζονται τα νέα δεδοµένα τα πολιτικά κόµµατα; Πώς προετοιµάζονται και προετοιµάζουν την κοινή γνώµη για το αβέβαιο αύριο; Αγνωστο. Μέχρι σήµερα, οι περισσότερες σύγχρονες ιδεολογίες διαµορφώθηκαν σε µια εποχή κατά την οποία η εργασία αποτελούσε τον βασικό µηχανισµό διανοµής του εισοδήµατος και της κοινωνικής ένταξης. Αν όµως η παραγωγή αυξάνεται ταχύτερα από τη ζήτηση για ανθρώπινη εργασία, τότε τα παραδοσιακά πολιτικά εργαλεία ενδέχεται να αποδειχθούν άχρηστα.
Παράδειγµα; Προτάσεις που συζητούνται διεθνώς, αδιανόητες µέχρι χθες, δεν περιλαµβάνονται στην ατζέντα των εγχώριων πολιτικών σχηµατισµών – ή, το πολύ, αναφέρονται χωρίς επεξεργασία ουσίας: η µείωση του εργάσιµου χρόνου χωρίς µείωση αποδοχών, η φορολόγηση των υπερκερδών που προκύπτουν από την αυτοµατοποίηση, η θέσπιση καθολικού βασικού εισοδήµατος ή ακόµη και νέες µορφές συλλογικής ιδιοκτησίας σε κρίσιµες ψηφιακές υποδοµές είναι µερικές από τις προτάσεις αυτές.
Υπάρχει και µια βαθύτερη πολιτική διάσταση. Κατά τον 20ό αιώνα, τα περισσότερα κόµµατα εκπροσωπούσαν σχετικά διακριτές κοινωνικές οµάδες: εργάτες, αγρότες, µικροµεσαίους επιχειρηµατίες ή οικονοµικές ελίτ. Η Τ.Ν. τείνει να θολώνει αυτές τις διαχωριστικές γραµµές. Ενα υψηλόµισθο στέλεχος επιχείρησης µπορεί ταυτόχρονα να επωφελείται από τις νέες τεχνολογίες και να αισθάνεται ότι απειλείται από αυτές. Ενας ελεύθερος επαγγελµατίας µπορεί να δει µέρος του αντικειµένου του να αυτοµατοποιείται, ενώ ένας εργαζόµενος στον δηµόσιο τοµέα να αντιµετωπίζει εντελώς διαφορετικές προκλήσεις.
Οι νέες αυτές συνθήκες καθιστούν δυσκολότερη τη συγκρότηση σταθερών πολιτικών ταυτοτήτων και ενδέχεται να οδηγήσουν σε κρίση αντιπροσώπευσης. Τα κόµµατα καλούνται να εκφράσουν κοινωνικές πραγµατικότητες που µεταβάλλονται ταχύτερα από ποτέ και να απαντήσουν σε προβλήµατα που δεν εντάσσονται εύκολα στις παραδοσιακές ιδεολογικές κατηγορίες. Πιθανόν, για να το πετύχουν, θα πρέπει να απαρνηθούν το σηµερινό τους αποτύπωµα.
Το πραγµατικό ερώτηµα δεν είναι απλώς αν η Τ.Ν. θα αλλάξει τα πολιτικά κόµµατα. Είναι αν τα πολιτικά κόµµατα θα µπορέσουν να προσαρµοστούν αρκετά γρήγορα ώστε να διαχειριστούν τις κοινωνικές και οικονοµικές ανατροπές που η ίδια προκαλεί. Αν δεν το καταφέρουν, είναι πιθανό να δούµε την εµφάνιση νέων πολιτικών σχηµατισµών και νέων µορφών συλλογικής εκπροσώπησης, όπως συνέβη και στις προηγούµενες µεγάλες µεταβάσεις της ιστορίας. Η Τ.Ν. αποτελεί και µια βαθιά πολιτική πρόκληση, η οποία θα καθορίσει τον τρόπο µε τον οποίο οι δηµοκρατίες θα λειτουργήσουν τις επόµενες δεκαετίες. Οσο τα κόµµατα εθελοτυφλούν, αναλώνοντας δυνάµεις για το εφήµερο και το παρωχηµένο, τόσο θα κινδυνεύουν να βρεθούν στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας»…
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»









