Όταν η απειλή γίνεται πολιτικό εργαλείο

Όταν η ενασχόληση με τα κοινά μετατρέπεται σε διαγωνισμό εντυπώσεων, η ουσία παραχωρεί τη θέση της στη σκηνοθεσία. Και τότε η ματαιοδοξία μπορεί να κερδίζει χειροκροτήματα, αλλά σπάνια οικοδομεί σταθερότητα
13:30 - 17 Ιουνίου 2026
δημόσιος λόγος

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ανησυχητική μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο πολιτικοί ηγέτες αρθρώνουν δημόσιο λόγο. Οι απειλές, οι αιχμηρές διατυπώσεις, οι επιθετικές μεταφορές και οι προκλητικές δηλώσεις φαίνεται να κερδίζουν έδαφος έναντι της μετρημένης διπλωματίας. Το ερώτημα είναι διπλό. Πρόκειται για στρατηγική επιλογή που αποφέρει πολιτικά οφέλη ή για ένδειξη ανασφάλειας που συγκαλύπτει αδυναμία διαχείρισης σύνθετων προβλημάτων; Έρευνες καταδεικνύουν ότι η σκληρή ρητορική δεν είναι χωρίς συνέπειες. Σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, η χρήση επιθετικού λόγου από πολιτικά πρόσωπα μπορεί να ενισχύσει την αποδοχή βίας σε πολίτες με προδιάθεση επιθετικότητας. Αντίστοιχα, πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Επιστημονικές Αναφορές» επισημαίνει ότι ο λόγος βασισμένος στην απειλή και στην απόδοση ευθυνών ενισχύει την πόλωση και ευνοεί αυταρχικές στάσεις.

Το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις ούτε αποτελεί ιδιαιτερότητα συγκεκριμένων καθεστώτων. Στο πεδίο των διεθνών σχέσεων η γλώσσα που επιλέγουν οι ηγέτες λειτουργεί ως εργαλείο ισχύος και ταυτόχρονα ως πυροκροτητής εντάσεων. Η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν τα τελευταία χρόνια προσφέρει χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δηλώσεις περί «ολικής καταστροφής» ή «σκληρών αντιποίνων» δεν έμειναν σε επίπεδο ρητορικής, αλλά επηρέασαν τις αγορές, την περιφερειακή ασφάλεια και τις στρατιωτικές κινήσεις στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Αντίστοιχα, στη ρωσοουκρανική σύγκρουση οι δημόσιες τοποθετήσεις περί «υπαρξιακού πολέμου» και «ιστορικής αποκατάστασης» διαμόρφωσαν κλίμα αδιαλλαξίας, δυσχεραίνοντας κάθε απόπειρα διαλόγου. Ακόμη και στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας οι λεκτικές αντεγκλήσεις για την Ταϊβάν ή για εμπορικούς περιορισμούς δημιουργούν κύματα ανησυχίας πολύ πέρα από τα σύνορα των δύο χωρών. Η ρητορική, επομένως, δεν είναι απλή «συνοδευτική μουσική» της διπλωματίας. Είναι συχνά το ίδιο το προσκήνιο πάνω στο οποίο παίζεται το έργο των διεθνών ισορροπιών.

Γιατί, λοιπόν, επιλέγεται η ένταση; Μία εξήγηση βρίσκεται στη δυναμική της πολιτικής επικοινωνίας. Μελέτη μεγάλης κλίμακας για τη χρήση μεταφορών στον πολιτικό λόγο έδειξε ότι οι έντονες διατυπώσεις αυξάνουν την απήχηση και την εμπλοκή του κοινού. Σε περιβάλλον όπου η προσοχή αποτελεί πολύτιμο αγαθό, η υπερβολή συχνά υπερισχύει της νηφαλιότητας. Ωστόσο, η κοινωνία φαίνεται να αντιλαμβάνεται τους κινδύνους. Σύμφωνα με το ερευνητικό κέντρου Πιου το 2025, το 78% των πολιτών στις Ηνωμένες Πολιτείες θεωρεί ότι οι αιρετοί οφείλουν να αποφεύγουν επιθετική ρητορική, καθώς ενδέχεται να υποκινεί βίαιες συμπεριφορές. Η ανησυχία για τη σύνδεση λόγου και πράξης δεν αποτελεί, λοιπόν, θεωρητική υπόθεση.

Ιστορικά η επιθετικότητα στον δημόσιο λόγο προσφέρει βραχυπρόθεσμα κέρδη. Συσπειρώνει ακροατήρια, καλλιεργεί εικόνα πυγμής, δημιουργεί αίσθηση αποφασιστικότητας. Μακροπρόθεσμα, όμως, συχνά βαθαίνει ρήγματα και περιορίζει τα περιθώρια συνεννόησης. Η διπλωματία, αντίθετα, στερείται θεαματικότητας, αλλά έχει τη δύναμη της διακριτικής αποτελεσματικότητας. Ίσως τελικά η προσφυγή στην απειλή να αποκαλύπτει περισσότερο φόβο παρά ισχύ. Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαγωνισμό εντυπώσεων, η ουσία παραχωρεί τη θέση της στη σκηνοθεσία. Και τότε η ματαιοδοξία μπορεί να κερδίζει χειροκροτήματα, αλλά σπάνια οικοδομεί σταθερότητα.

Εφημερίδα Απογευματινή