Ελλάδα: Η χώρα του λόγου σε κρίση γνώσης

Αν δεν μετατρέψουμε την πολιτιστική μας μνήμη σε σύγχρονη δημιουργική πράξη, η ιστορία θα παραμένει απλώς διακόσμηση
12:00 - 19 Ιουνίου 2026
Αθήνα

Υπάρχει μια πικρή ειρωνεία που δύσκολα αγνοείται. Η Ελλάδα, η χώρα που γέννησε τη φιλοσοφία, το θέατρο, την ιστοριογραφία, η πατρίδα μιας από τις πλουσιότερες γλώσσες στον κόσμο, καταγράφει σήμερα επιδόσεις που δεν τιμούν την παράδοσή της. Δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή. Τα στοιχεία είναι αμείλικτα. Στην τελευταία διεθνή αξιολόγηση μαθητών, το πρόγραμμα PISA, οι Έλληνες δεκαπεντάχρονοι βρέθηκαν κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.

Σχεδόν οι μισοί μαθητές εμφανίζονται ως χαμηλών επιδόσεων στα μαθηματικά, ενώ τα ποσοστά υστέρησης στην κατανόηση κειμένου και στις φυσικές επιστήμες παραμένουν ανησυχητικά. Την ίδια στιγμή, η Σιγκαπούρη κατέλαβε την πρώτη θέση παγκοσμίως και στα τρία γνωστικά πεδία: στα μαθηματικά, στις φυσικές επιστήμες και στην ανάγνωση. Οι πέντε χώρες που βρίσκονται ακριβώς από πάνω μας σε καλύτερη θέση είναι η Κεντρική Αφρικανική Δημοκρατία, το ψευδοκράτος της Βορείου Κύπρου, η Αλβανία, το Κόσοβο και η Μογγολία.

Δεν είναι μόνο η εκπαιδευτική εικόνα που προβληματίζει. Στον Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2025, η Ελλάδα κατατάσσεται 89η μεταξύ 180 χωρών, καταγράφοντας τη χαμηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τέταρτη συνεχή χρονιά. Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά ιδεολογική τοποθέτηση. Αποτελεί αξιολόγηση ενός διεθνούς οργανισμού που παρακολουθεί συστηματικά την ποιότητα της ενημέρωσης. Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση; Πώς μια κοινωνία με τέτοια λογοτεχνική κληρονομιά και επιστημονικό δυναμικό εμφανίζεται τόσο χαμηλά σε δείκτες γνώσης και δημόσιας διαφάνειας; Η απάντηση δεν είναι απλή, ούτε μονοσήμαντη.

Η Ελλάδα διαθέτει αξιόλογους ερευνητές, πανεπιστημιακούς, δημιουργούς. Πολλοί διαπρέπουν στο εξωτερικό, συχνά σε συνθήκες που αναγνωρίζουν και αξιοποιούν τις ικανότητές τους. Στο εσωτερικό, ωστόσο, η γραφειοκρατία, η υποχρηματοδότηση και ένα κλίμα καχυποψίας λειτουργούν αποτρεπτικά. Το αποτέλεσμα είναι μια αθόρυβη αιμορραγία ταλέντου, μια μετακίνηση γνώσης που δεν αναπληρώνεται εύκολα. Την ίδια ώρα, ο δημόσιος διάλογος δείχνει να εγκλωβίζεται σε θορυβώδεις αντιπαραθέσεις χωρίς ουσία. Η πληροφορία συχνά υποκαθίσταται από εντυπώσεις, η τεκμηρίωση από συνθήματα. Όταν η κριτική σκέψη ατονεί στο σχολείο, είναι δύσκολο να ανθήσει αργότερα στον δημόσιο χώρο. Και όταν η ενημέρωση δέχεται πιέσεις, η κοινωνία στερείται το οξυγόνο της διαφάνειας.

Η σύγκριση με μικρότερες ή λιγότερο προβεβλημένες χώρες δεν γίνεται για να καλλιεργήσει εθνική μεμψιμοιρία. Γίνεται για να λειτουργήσει ως καθρέφτης. Η Σιγκαπούρη, για παράδειγμα, χωρίς το βάρος μιας αρχαίας κληρονομιάς, επένδυσε συστηματικά στην παιδεία και στη στρατηγική ανάπτυξης δεξιοτήτων. Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στις διεθνείς κατατάξεις. Η Ελλάδα δεν στερείται δυνατοτήτων. Στερείται, όμως, συνέχειας, οργάνωσης και συλλογικής αυτοπεποίθησης. Αν δεν μετατρέψουμε την πολιτιστική μας μνήμη σε σύγχρονη δημιουργική πράξη, η ιστορία θα παραμένει απλώς διακόσμηση.

Η εθνική αυτογνωσία δεν είναι άσκηση απαισιοδοξίας. Είναι προϋπόθεση αναγέννησης. Η χώρα του λόγου οφείλει να ξαναβρεί το νόημα της γνώσης. Όχι ως επίκληση του παρελθόντος, αλλά ως επένδυση στο μέλλον.

Εφημερίδα Απογευματινή