Όσο περνάει ο καιρός, νομίζω άπαντες μπορούν να συνομολογήσουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας και τα πρόσωπα, τα οποία επιλέγει να βγάζει μπροστά σε αυτό το πρώτο διάστημα της ύπαρξης του νέου πολιτικού του φορέα, παραπέμπουν με τις τοποθετήσεις τους, όχι στο σύγχρονο προφίλ που επιθυμούσε να οικοδομήσει -μέχρι πρότινος- ο πρώην πρωθυπουργός, αλλά στον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2012-2015, πριν δηλαδή από την «πρώτη φορά Αριστερά».
Μόνο που τότε οι απόψεις και το ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο των τοποθετήσεων των κορυφαίων στελεχών της ήταν περίπου μια αναμενόμενη συνθήκη, η οποία βρήκε πρόσφορο έδαφος στους Έλληνες ψηφοφόρους εξαιτίας της κρίσης των μνημονίων και των δεδομένων που προέκυψαν σε κοινωνικό επίπεδο εκείνη την εποχή. Τώρα σε μια πολύ διαφορετική Ελλάδα, θέσεις που θυμίζουν εκείνη την περίοδο ακούγονται (τουλάχιστον στη δεξαμενή του Κέντρου που παραδοσιακά κρίνει τις εκλογικές αναμετρήσεις στη χώρα) είτε ως… μακρινές είτε ενίοτε ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις πολιτικής γραφικότητας. Πολλώ δε μάλλον, όταν εκφράζονται από πρόσωπα που φαίνεται πως δεν διαθέτουν την απαραίτητη εμπειρία στο κομμάτι της πολιτικής επικοινωνίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ακόμη πιο εμφατική η παράμετρος αυτή.
Τα τελευταία σκηνικά, με τους δύο εκπροσώπους της ΕΛΑΣ να μιλούν περί φορολόγησης των πλουσίων χωρίς να δίνουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες για το πώς και το γιατί, ούτε να υποδεικνύουν ακριβώς ποιοι θεωρούνται… επιφανείς έχοντες και κατέχοντες στη λογική του Τσίπρα και του νέου φορέα, προκαλούν από μειδίαμα μέχρι και… θλίψη. Δεδομένου, μάλιστα, του γεγονότος ότι κάποτε η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά την ονειροπόληση, τις ιδεοληψίες και τα απωθημένα των τότε θιασωτών της αμφισβήτησης της ίδιας της ευρωατλαντικής υπόστασης της χώρας.
Και εκείνοι είχαν -τουλάχιστον- το μίνιμουμ της πολιτικής εμπειρίας και μια συγκροτημένη ιδεολογική κοσμοθεωρία (έστω κι αν κάποιοι αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν χάριν του βαδίσματος στα μονοπάτια της εξουσίας), σε αντίθεση με τα εν λόγω παραδείγματα που πελάγωναν μεταξύ της κατοχής μιας πισίνας η οποία -όπως ακούσαμε- συλλήβδην συνιστά προνόμιο των δισεκατομμυριούχων και της φορολόγησης… γρήγορων σκαφών, στη βάση προφανώς της ταχύτητας που πιάνουν.
Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, ανεξαρτήτως από τα όποια ευτράπελα και τις όποιες λανθασμένες προσεγγίσεις που σίγουρα θα μπορούσε να δικαιολογήσει κανείς σε ανθρώπους που έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με τα θέματα της επικαιρότητας, η επιλογή της συγκεκριμένης ρητορικής κάθε άλλο παρά τυχαία είναι και φέρει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του Αλέξη Τσίπρα και της ηγετικής του ομάδας. Αντιθέτως με ό,τι συνέβαινε τους πρώτους μήνες της επανεμφάνισης του πρώην πρωθυπουργού στη δημόσια σφαίρα, όταν και ο ίδιος προσπαθούσε να απευθυνθεί σε μια ευρύτερη κοινωνική δεξαμενή και να πραγματοποιήσει το συνολικό και περιβόητο προσωπικό του… rebranding, ο στόχος πια (τουλάχιστον ο αρχικός) είναι σαφής και ξεκάθαρος.
Μιλάμε για την ολική επαναφορά γύρω από το όνομά του του συνόλου της Αριστεράς τόσο του ΣΥΡΙΖΑ του 3% όσο και πολύ μεγαλύτερης παράταξης που «χτίστηκε» εν μέσω των μνημονίων, μέχρι και τις παρυφές του ΠΑΣΟΚ, αλλά και ό,τι μπορεί να προστεθεί σε αυτό το κάδρο, από το αντισυστημικό ακροατήριο είτε της Ζωής Κωνσταντοπούλου είτε του Βαρουφάκη είτε ακόμη και από το κομμάτι εκείνο που δηλώνει τυφλά οργισμένο με το εγχώριο πολιτικό σκηνικό, χωρίς να προσδιορίζεται από κάποιοι ιδεολογικό πρόσημο (σε αυτό το πεδίο έρχεται και η κόντρα με τη Μαρία Καρυστιανού).
Η απόλυτα συνειδητή αυτή απόφαση και στρατηγική δείχνει προς μια κατεύθυνση συγκεκριμένη. Χάριν της εξυπηρέτησης των πρόσκαιρων πολιτικών του επιδιώξεων και της επαφής με τα παραπάνω κοινά, ο Αλέξης Τσίπρας δείχνει να γυρνάει την πλάτη στον… πιο θεσμικό και ευρωπαϊκό εαυτό του: αυτόν δηλαδή που πήγε να φιλοτεχνήσει από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 και μετά και μέχρι πέρυσι τέτοιον καιρό (με μερικές μικρές εξαιρέσεις έτσι για να θυμίζει τις καταβολές του τύπου… πατριωτικού φόρου).
Ωστόσο, όπως συνέβη και στο παρελθόν, όταν η προσπάθεια αυτή συγκρουόταν με πολιτικές εμμονές, όπως η απλή αναλογική ή η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης, έτσι και τώρα, ο «θεσμικός» Τσίπρας «πνίγεται» στην ανάγκη επιστράτευσης μιας επιχειρηματολογίας, με την οποία ρίχνει δίχτυα στο κομμάτι της κοινωνίας που τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μια εγγύτητα στον λαϊκισμό. Θα πει κανείς ότι η δεύτερη θέση με το 15% που εμφανίζεται να λαμβάνει δημοσκοπικά η ΕΛΑΣ δικαιώνει τον Αλέξη Τσίπρα για την τακτική του αυτή.
Από και πέρα, μένει να φανεί ποιος είναι απώτερος σκοπός του. Γιατί άλλο η μάχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πολύ διαφορετική η πρόκληση της συσπείρωσης μιας πλατιάς μάζας ψηφοφόρων. Και απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση μιας τέτοιας στόχευσης κάποια στιγμή, δεν είναι άλλη από την προσέγγιση με τον λεγόμενο μεσαίο χώρο, ακόμη και με ένα κομμάτι της παραδοσιακής Κεντροδεξιάς. Τις δύο, δηλαδή, κατηγορίες του εκλογικού σώματος που με φόντο τις επιδόσεις της ΕΛΑΣ δείχνουν -έστω και δειλά σε αυτήν τη φάση- να επανασυσπειρώνονται μερικώς γύρω από την αδιαμφισβήτητη μεν, ξεκάθαρα πληγωμένη δε πρωτοκαθεδρία της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Εφημερίδα Απογευματινή










