Τα λιμνάζοντα νερά στην εκπαίδευση

Ούτε τις επιδόσεις των σχολείων πρόκειται να μάθουμε ποτέ ούτε των πανεπιστημίων. Καμία διαφάνεια, καμία πρόοδος. Και ας συντηρούνται και τα δύο από τον κρατικό προϋπολογισμό, από τα χρήματα δηλαδή των φορολογουμένων
08:38 - 28 Ιουλίου 2026
Πανελλήνιες 2026: Τα θέματα σε Λατινικά, Χημεία και Πληροφορική

Αντιγράφω από μία τοπική ειδησεογραφική ιστοσελίδα της Ηπείρου, το Epiruspost: «Μια ακόμη χρονιά υψηλών επιδόσεων καταγράφει το 7ο Γενικό Λύκειο Ιωαννίνων, καθώς οι μαθητές και οι μαθήτριες του σχολείου σημείωσαν ιδιαίτερα σημαντικές επιτυχίες στις Πανελλαδικές Εξετάσεις 2026. Η μεγάλη πλειονότητα των υποψηφίων κατάφερε να εξασφαλίσει την εισαγωγή της στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει το 100%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή πορεία του σχολείου στις εξετάσεις των τελευταίων ετών». Κατ’ αρχάς να πούμε μπράβο στα παιδιά, στους καθηγητές και φυσικά στους γονείς τους.

Κατά δεύτερον, να θέσουμε με αφορμή το ρεπορτάζ αυτό ένα αφελές ίσως ερώτημα: γιατί να είναι μια τέτοια είδηση στοιχείο ενός ρεπορτάζ και μάλιστα χωρίς ακριβή στοιχεία, αφού δεν παρατίθεται (καθώς προφανώς δεν το δίνει το σχολείο) το ποσοστό της επιτυχίας των αποφοίτων τού εν λόγω σχολείου στις Πανελλαδικές Εξετάσεις; Γιατί να μη δημοσιοποιεί υποχρεωτικά κάθε σχολείο, δημόσιο και ιδιωτικό, σε όλη την επικράτεια, το ποσοστό επιτυχίας στα ΑΕΙ της χώρας των μαθητών της Γ΄ Λυκείου που επέλεξαν να δώσουν Πανελλαδικές Εξετάσεις;

Η απάντηση, φυσικά, είναι απλή: γιατί παρότι όλοι σχεδόν ομνύουν στην αξιολόγηση, κανείς πραγματικά δεν τη θέλει. Κανείς δεν θέλει να μπει σε αυτήν τη βάσανο, να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και στη συνέχεια να αναζητήσει την αλήθεια: Το «Χ» ή το «Ψ» σχολείο έχει χαμηλές επιδόσεις στις Πανελλαδικές διότι είναι χαμηλό των επίπεδο των καθηγητών ή διότι είναι υπερβολικά μεγάλος ο αριθμός των μαθητών ανά τμήμα και δεν μπορεί να γίνει αποτελεσματικά η διδασκαλία ή γιατί είναι πολύ χαμηλή η κρατική χρηματοδότηση ή γιατί η κρατική χρηματοδότηση είναι μια χαρά αλλά σπαταλάται αντί να δαπανάται. Ή για έναν συνδυασμό πολλών ακόμα αιτιών και παραγόντων. Αντίστροφα, ένα σχολείο έχει υψηλές επιδόσεις και μπορεί να ακολουθεί κάποιες πρακτικές τις οποίες θα μπορούσαν να υιοθετήσουν και άλλα σχολεία. Είναι δύσκολη και απαιτητική η άσκηση της αξιολόγησης, που κανείς στην πραγματικότητα -ή έστω ελάχιστοι- δεν είναι διατεθειμένος να την κάνει.

Αλλά για να πάμε και πιο πέρα, στα πανεπιστήμια. Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας η ετήσια έκθεση από τον διεθνή οίκο αξιολόγησης των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων Quacquarelli Symonds (QS) και διαβάζουμε ότι τα επτά ελληνικά πανεπιστήμια που υπήρχαν και στην προηγούμενη έκθεση υποχώρησαν στην κατάταξη, αλλά παράλληλα πλασαρίστηκαν για πρώτη φορά τρία ελληνικά, με αποτέλεσμα να υπάρχουν δέκα ελληνικά ΑΕΙ στα πρώτα 1.500 παγκοσμίως. Είδαμε και πρυτάνεις ή μεμονωμένους καθηγητές να σχολιάζουν την κατάταξη του ιδρύματος στο οποίο υπηρετούν.
Μάλιστα. Στο εσωτερικό της χώρας γιατί δεν γίνεται μια αντίστοιχη δουλειά; Μπορούν πολύ απλά να ρωτήσουν το Quacquarelli Symonds (QS) ή το Times Higher Education (THE) ή το Shanghai Ranking Consultancy ή κάποιον έγκριτο και διεθνώς αναγνωρισμένο φορέα ποια ακριβώς κριτήρια εφαρμόζει, ποια μεθοδολογία ακολουθεί, τι στοιχεία και δεδομένα αξιοποιεί και να εφαρμόσουμε τη βέλτιστη πρακτική στην Ελλάδα. Να έχουμε έτσι μια ετήσια κατάταξη των 24 ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων -αλλά και των μη κρατικών που ήδη ξεκίνησαν να λειτουργούν- και να μπορεί ο κάθε μαθητής που δίνει Πανελλαδικές Εξετάσεις και ο γονιός του που τον συμβουλεύει να έχουν μια καλύτερη άποψη για το πανεπιστήμιο όπου επιδιώκει να περάσει. Και όχι μόνο σε επίπεδο ΑΕΙ: να μαθαίνουμε ετησίως τη σειρά κατάταξης των επτά τμημάτων Ιατρικής στη χώρα, των εννιά τμημάτων Αρχιτεκτονικής, των έξι τμημάτων Χημείας κ.ο.κ. Αξιολόγηση στην πράξη και διαφάνεια παντού.

Να είναι παράλληλα ανοιχτά όλα τα δεδομένα, για κάθε ενδιαφερόμενο, σε ανωνυμοποιημένη μορφή: τι ποσοστό των φοιτητών τελειώνει εντός του προβλεπόμενου ορίου φοίτησης, πόσα διδακτορικά εκπονούνται ετησίως και τι αντίκρισμα έχουν στην ακαδημαϊκή κοινότητα, πόσες ώρες διδασκαλίας την εβδομάδα έχουν κατά μέσο όρο σε κάθε εξάμηνο οι καθηγητές και οι αναπληρωτές καθηγητές κάθε τμήματος, πόσες αναφορές στη διεθνή ακαδημαϊκή βιβλιογραφία έχουν ετησίως τα μέλη του Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού κάθε σχολής κ.ά.

Όνειρα θερινής νυκτός: ούτε τις επιδόσεις των σχολείων πρόκειται να μάθουμε ποτέ ούτε των πανεπιστημίων. Καμία διαφάνεια, καμία πρόοδος. Και ας συντηρούνται και τα δύο από τον κρατικό προϋπολογισμό, από τα χρήματα δηλαδή των φορολογουμένων. Και ας φοιτούν εκεί τα παιδιά των φορολογούμενων πολιτών. Έχετε ακούσει κανένα πολιτικό κόμμα ή φορέα να ζητάει κάτι τέτοιο; Κάποια συνδικαλιστική οργάνωση καθηγητών ή δασκάλων; Κάποια φοιτητική παράταξη; Ουδείς ενδιαφέρεται να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της ελληνικής σχολικής και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Και ας κινείται αυτή μέσα σε ένα διαρκώς πιο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Τα αποτελέσματα, δυστυχώς, θα τα βρούμε όλοι μπροστά μας.