Ο πόλεμος στο Ιράν συνεχίζεται. Και στην Ουκρανία επίσης. Και όσο συνεχίζεται επιβεβαιώνεται, για μία ακόμη φορά, ότι είναι πολύ πιο εύκολο να αρχίσεις έναν πόλεμο από το να βρεις τον τρόπο να τον τελειώσεις. Διότι εκείνος που ρίχνει την πρώτη βόμβα πιστεύει συνήθως ότι έχει υπολογίσει και την τελευταία. Και αυτό συνιστά μια λανθασμένη κίνηση τακτικής που δυστυχώς επαναλαμβάνεται στην παγκόσμια ιστορία. Διότι οι πόλεμοι μπορεί να σχεδιάζονται σε αίθουσες επιχειρήσεων, με χάρτες, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στρατηγούς που μετακινούν μικρά φωτεινά σημαδάκια σε μεγάλες οθόνες. Στην πραγματική ζωή όμως τα σημαδάκια είναι άνθρωποι. Και τα κτίρια που εξαφανίζονται από τον χάρτη είναι σπίτια, σχολεία και νοσοκομεία.
Κατ’ αρχάς το ζήτημα είναι περισσότερο πολύπλοκο από ό,τι φαίνεται. Πιο συγκεκριμένα, με απλούς όρους προσέγγισης όσων συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή, έχουμε από τη μία πλευρά τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, που επιδιώκουν να περιορίσουν τη στρατιωτική και πυρηνική ισχύ του Ιράν, και από την άλλη την Τεχεράνη που αντιστεκόμενη χρησιμοποιεί όσα μέσα διαθέτει με στόχο να αυξήσει το κόστος της σύγκρουσης για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για τον στόχο της αυτό διαθέτει τα Στενά του Ορμούζ, τα οποία είναι μια μικρή μεν γεωγραφική τοποθεσία στον παγκόσμιο χάρτη αλλά με τεράστια σημασία για την παγκόσμια οικονομία. Για να καταλάβουμε, πριν από τον πόλεμο περνούσε από τη θαλάσσια αυτή οδό περίπου το ένα πέμπτο του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου που διακινείται παγκοσμίως. Αντιλαμβάνεται, επομένως, κανείς ότι η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρκεί να καταστήσει ακριβότερη τη μεταφορά της ενέργειας και να μεταφέρει τον πόλεμο από τα πεδία των μαχών στην τσέπη του καταναλωτή. Πιο απλά, όσον αφορά τα δικά μας, δεν κινδυνεύει από κανένα πύραυλο να χτυπηθεί η Αθήνα λόγου χάρη. Χτυπιέται όμως από την αύξηση των τιμών στην ενέργεια!
Το πλαίσιο της διεθνώς παρανοϊκής αυτής κατάστασης διαμορφώνουν αφενός τα μπρος-πίσω στην τακτική του Αμερικανού προέδρου -διότι, όπως προείπαμε για ανάλογες περιπτώσεις στην ιστορία, δεν ξέρει πώς να τελειώσει τον πόλεμο που άρχισε- και αφετέρου η ανατολίτικη κουτοπονηριά των Ιρανών. Που κάθε άλλο παρά αθώες περιστερές είναι, αφού δίνουν την αφορμή για την έκρηξη σε βάρος της Δύσης. Η θεοκρατική ηγεσία της χώρας έχει χρησιμοποιήσει επί δεκαετίες ένοπλες οργανώσεις, θρησκευτικό φανατισμό, πυραύλους και τρομοκρατικές πρακτικές ως εργαλεία εξωτερικής πολιτικής. Είναι γνωστή άλλωστε η μέθοδος των πολέμων διά αντιπροσώπων. Βάζεις άλλους να πολεμούν για λογαριασμό σου, να σκοτώνουν και να σκοτώνονται, και εσύ διατηρείς το δικαίωμα να δηλώνεις ότι δεν γνωρίζεις τίποτε.
Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει και κάθε αμερικανική ή ισραηλινή βόμβα να βαπτίζεται όπλο ειρήνης. Διότι έχουμε γνωρίσει πολλές ειρηνευτικές επιχειρήσεις οι οποίες όταν τελείωσαν δεν άφησαν ούτε ειρήνη ούτε κράτος. Παραδείγματα αποτελούν το Ιράκ, το Αφγανιστάν και η Λιβύη. Διότι μπορεί οι στρατιωτικές επεμβάσεις να αρχίζουν πάντοτε με καθησυχαστικούς χαρακτηρισμούς, όπως λ.χ. ότι θα είναι περιορισμένες, θα είναι χειρουργικές λόγω της εξελιγμένης πολεμικής τεχνολογίας ή θα έχουν συγκεκριμένους στόχους. Ύστερα από λίγο καιρό διαπιστώνεται ότι οι στόχοι πολλαπλασιάστηκαν, τα χειρουργικά εργαλεία μεταβλήθηκαν σε βαριοπούλες και ο περιορισμένος πόλεμος απλώθηκε σε ολόκληρη την περιοχή. Όποιος σπέρνει ανέμους θερίζει θύελλες, έλεγαν οι παλαιοί. Οι οποίοι δεν διέθεταν πυραύλους, δορυφόρους και τεχνητή νοημοσύνη, αλλά προφανώς καταλάβαιναν καλύτερα την ανθρώπινη φύση.
Έτσι, με τη διαπραγματευτική διαδικασία ως εκκρεμές να πηγαίνει από τη συμφωνία -πάντα βεβαίως εύθραυστη- στην επανέναρξη των επιχειρήσεων στο πεδίο, το βασικό ερώτημα παραμένει: ποιος ακριβώς είναι ο επιδιωκόμενος στόχος; Να καταστραφεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν; Να περιοριστεί η στρατιωτική ισχύς του; Να ανατραπεί το καθεστώς; Να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ; Ή να συμβούν όλα μαζί και στο τέλος να επιλέξει κάθε εμπλεκόμενος ποιο από αυτά πέτυχε;
Σε όλα αυτά υπάρχει και μία σημαντική αντίφαση. Ο πόλεμος, ο οποίος υποτίθεται ότι γίνεται και για να ελεγχθεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, είχε ως αποτέλεσμα να διακοπούν οι επιτόπιες δραστηριότητες επαλήθευσης του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Ο Οργανισμός μπόρεσε τον Ιούνιο να πραγματοποιήσει επιθεώρηση στο Μπουσέρ, αλλά δεν είχε αποκατασταθεί η κανονική πρόσβαση στις υπόλοιπες δηλωμένες εγκαταστάσεις. Τούτων δοθέντων, οι πάντες δηλώνουν ότι γνωρίζουν τι κάνει το Ιράν στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του, πλην αυτού που έχει ως αποστολή να το εξακριβώσει!
Η Ευρώπη, πάντα κατώτερη των περιστάσεων τα τελευταία χρόνια, ασφαλώς παρακολουθεί με μεγάλη ανησυχία. Και αρκείται να απευθύνει εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση. Οι εκκλήσεις αυτές θεωρούνται το βαρύ πυροβολικό μιας αδύναμης ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής. Όταν ξεσπάει μία κρίση, οι Ευρωπαίοι καλούν τη μία πλευρά να μην επιτεθεί, την άλλη να μην ανταποδώσει και τις δύο μαζί να σεβαστούν το Διεθνές Δίκαιο, που δεν υπάρχει δύναμη να το επιβάλλει. Σκέτο θέατρο…
Βγαίνει συμπέρασμα για όλα αυτά; Η απλοϊκή αλλά και ρεαλιστική προσέγγιση είναι η εξής:
- Το Ιράν χρησιμοποιεί τα Στενά του Ορμούζ και τον φόβο μιας γενικευμένης ανάφλεξης για να επιβάλει πολιτικά ανταλλάγματα.
- Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν τη στρατιωτική υπεροχή τους για να εξαναγκάσουν την Τεχεράνη σε υποχώρηση.
- Και οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ τους.
Ο χρόνος όμως στους πολέμους δεν λειτουργεί υπέρ κανενός. Απλώς αυξάνει τους νεκρούς, καταστρέφει περισσότερα σπίτια και μεγαλώνει τα κέρδη εκείνων που κατασκευάζουν τα όπλα. Ώστε, όταν τελειώσει ο πόλεμος, να κερδίσουν και εκείνοι που θα αναλάβουν να ξαναχτίσουν όσα κατέστρεψαν τα όπλα.
Τέλειος επιχειρηματικός κύκλος. Με πρώτη ύλη τον άνθρωπο.
Eφημερίδα Απογευματινή











