Κρύψαμε τον θάνατο και μείναμε μόνοι

Ζούμε σε κοινωνίες που δεν αποδεικνύουν την ανθρωπιά τους. Σπάνια παρατηρούμε την απουσία ενός ηλικιωμένου και ακόμα λιγότερο προσφέρουμε στήριξη πριν να γίνει η απόγνωση παραλογισμός
11:45 - 11 Αυγούστου 2026

Στον Μυστρά η σορός ενός ηλικιωμένου βρέθηκε σε καταψύκτη κλειστού ξενοδοχείου, όπου φέρεται να την είχε τοποθετήσει ο γιος του. Η ιατροδικαστική εκτίμηση παραπέμπει σε παθολογικά αίτια, χωρίς ακόμη να έχει ολοκληρωθεί η διερεύνηση του ακριβούς χρόνου και των συνθηκών του θανάτου. Για το κίνητρο έχουν δημοσιοποιηθεί διαφορετικοί ισχυρισμοί: Αρχικά αναφέρθηκε η συνέχιση είσπραξης της σύνταξης, ενώ αργότερα η υπεράσπιση μίλησε για ψυχολογική αδυναμία αποχωρισμού. Παρόμοιες υποθέσεις έχουν καταγραφεί και αλλού, με διαφορετικά κάθε φορά κίνητρα.

Η Δικαιοσύνη οφείλει να εξακριβώσει τα γεγονότα. Η κοινωνία, όμως, δεν δικαιούται να υποκαταστήσει το δικαστήριο με μία τηλεοπτική κραυγή. Το εύκολο είναι να χαρακτηρίσουμε την πράξη αδιανόητη και να δείξουμε τον κατηγορούμενο με το δάχτυλο. Το δυσκολότερο είναι να αναρωτηθούμε σε ποιο περιβάλλον μπορεί ένας άνθρωπος να ζει επί χρόνια με ένα τόσο βαρύ μυστικό, χωρίς συγγενείς, γείτονες ή υπηρεσίες να αντιληφθούν εγκαίρως ότι κάτι έχει συμβεί.

Αυτό δεν σημαίνει απαλλαγή από την προσωπική ευθύνη. Η φτώχεια, η μοναξιά ή η ψυχική δυσκολία δεν νομιμοποιούν την απόκρυψη μιας σορού ούτε οποιαδήποτε παράνομη οικονομική ωφέλεια. Μπορούν, ωστόσο, να φωτίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ο νους οδηγείται σε ακραίες επιλογές. Η Ελλάδα του 2026 έχει -σύμφωνα με τις στατιστικές- το 27,5% του πληθυσμού της σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Όταν η ανέχεια συναντά την απομόνωση και τον φόβο, η λογική μπορεί να παραμορφωθεί επικίνδυνα. Δεν χρειαζόμαστε λιγότερη λογοδοσία, αλλά περισσότερη πρόληψη. Η συμπόνια δεν ακυρώνει τον νόμο. Εμποδίζει, όμως, τη δημόσια διαπόμπευση να παρουσιαστεί ως επαρκής απάντηση.

Ζούμε, άλλωστε, μέσα σε μια παράξενη αντίφαση. Ο θάνατος κυριαρχεί στις οθόνες ως θέαμα. Εγκλήματα, ιατροδικαστικές λεπτομέρειες, δραματικές αναπαραστάσεις. Παρά, όμως, την υπερπροβολή του, έχει εξοριστεί από την κανονική συζήτηση. Δεν μιλάμε στα παιδιά για το τέλος της ζωής, αποφεύγουμε τους πενθούντες επειδή δεν ξέρουμε τι να τους πούμε και απαιτούμε από όποιον έχασε άνθρωπό του να «επανέλθει» γρήγορα. Η σύγχρονη έρευνα για το πένθος επισημαίνει ότι η απώλεια δεν είναι αποκλειστικά ιδιωτική δοκιμασία. Επηρεάζεται από την οικονομική θέση, τις οικογενειακές σχέσεις και το διαθέσιμο δίκτυο φροντίδας. Υπάρχει ακόμη και το «μη αναγνωρισμένο πένθος». Οδύνη την οποία οι άλλοι υποτιμούν, αγνοούν ή δεν επιτρέπουν να εκφραστεί.

Θα είχε ενεργήσει διαφορετικά ο άνθρωπος του Μυστρά αν γνώριζε ότι κάποιος θα τον άκουγε και θα τον βοηθούσε; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει. Το ερώτημα, όμως, παραμένει. Ζούμε σε κοινωνίες που δεν αποδεικνύουν την ανθρωπιά τους καταδικάζοντας μόνο εκ των υστέρων. Σπάνια παρατηρούμε την απουσία ενός ηλικιωμένου, του απομονωμένου γείτονα και ακόμα λιγότερο προσφέρουμε στήριξη προτού γίνει η απόγνωση παραλογισμός. Χρειαζόμαστε παιδεία γύρω από την απώλεια, συμβουλευτικές δομές πένθους, ενεργές κοινωνικές υπηρεσίες και γειτονιές που δεν θεωρούν την απομόνωση ξένη υπόθεση. Γιατί ο πολιτισμός μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από το πόσο έντονα αποστρέφεται το ακραίο, αλλά από το πόσο έγκαιρα βλέπει εκείνον που καταρρέει αθόρυβα.

Εφημερίδα Απογευματινή