Αν παρατηρήσει κάποιος την πορεία της ΕΕ στη διάρκεια των δεκαετιών, διαπιστώνει ότι σπάνια προλαμβάνει τις κρίσεις, σχεδόν ποτέ δεν νομοθετεί και δεν οργανώνεται προληπτικά για να είναι έτοιμη όταν ξεσπάσουν. Ακόμα και όταν αυτές αρχίσουν να εξελίσσονται και είναι κραυγαλέες οι επικείμενες συνέπειες, αργεί, κωλυσιεργεί και τελικά τις υφίσταται.
Μόνο όταν τις έχει πλήρως υποστεί και παράγουν πολιτικές συνέπειες αρχίζει να κινείται. Το Μεταναστευτικό είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Παρότι υπονομεύει τα θεμέλια και την ίδια την υπόσταση της Ευρώπης και ήδη παρασύρει κυβερνήσεις και κλονίζει τα παραδοσιακά κόμματα, αρνείται να το αντιμετωπίσει ως αυτό που πραγματικά είναι, υπαρξιακή απειλή και μάλιστα οργανωμένη και κατευθυνόμενη και όχι «ανθρωπιστική» κρίση.
Τελικά υπό το βάρος της πίεσης και όψιμα φαίνεται να αλλάζει δόγμα. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το άσυλο, την κατανομή των μεταναστών και τη διαχείριση των ροών. Μεταφέρεται στην αποτροπή, στις επιστροφές, στην προστασία των εξωτερικών συνόρων και, κυρίως, στην αναγνώριση ότι η μαζική μετακίνηση πληθυσμών μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης και υβριδικού πολέμου.
Είναι ελπιδοφόρο ότι σε αυτήν ακριβώς τη διάσταση εστιάζει η ελληνική πρόταση που τέθηκε στη Σύνοδο των Υπουργών Εσωτερικών και Μετανάστευσης της ΕΕ. Η Αθήνα προωθεί τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού έκτακτης ανάγκης, ο οποίος θα ενεργοποιείται όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι τρίτη χώρα οργανώνει, διευκολύνει ή εργαλειοποιεί μεταναστευτικές ροές εναντίον κράτους-μέλους.
Η πρόταση προβλέπει ειδικό καθεστώς παρέκκλισης, που, υπό συγκεκριμένες έκτακτες συνθήκες, θα μπορεί να επιτρέπει την προσωρινή αναστολή της υποβολής ή εξέτασης αιτήσεων ασύλου, επιτάχυνση των επιστροφών και άμεση κινητοποίηση της Frontex.
Κατά τη γνώμη μας χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο. Γενική αναστολή ασύλου για ένα διάστημα, διότι αυτό που περιγράφει η ελληνική θέση συμβαίνει ήδη και διαρκώς και δεν είναι κάτι έκτακτο. Αλλά εν πάση περιπτώσει έστω και έτσι είναι μία αρχή.
Η πολιτική σημασία είναι μεγαλύτερη από την τεχνική διάστασή της. Η Ελλάδα ουσιαστικά ζητεί από την Ευρώπη να αναγνωρίσει θεσμικά ότι άλλο πράγμα είναι μια αυξημένη μεταναστευτική ροή και άλλο μια οργανωμένη επιχείρηση άσκησης πίεσης μέσω μεταναστών. Στη δεύτερη περίπτωση το ζήτημα δεν είναι απλώς μεταναστευτικό. Είναι ζήτημα ασφάλειας, κυριαρχίας και προστασίας των ευρωπαϊκών συνόρων.
Παράλληλα, προχωρά μία ακόμη μεγαλύτερη αλλαγή: η μετάθεση μέρους της μεταναστευτικής διαχείρισης εκτός ευρωπαϊκών συνόρων. Η ΕΕ ανοίγει θεσμικά τον δρόμο για κέντρα επιστροφής σε ασφαλείς τρίτες χώρες, με την Αφρική να βρίσκεται στο επίκεντρο των σχεδιασμών. Η Ελλάδα πρωτοστατεί, μαζί με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, στην προσπάθεια δημιουργίας εξωχώριων return hubs.
Η τάση είναι ευρύτερη, αν και εκδηλώνεται με διαφορετική ένταση και σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε χώρα. Γερμανία, Αυστρία, Δανία, Πολωνία και άλλες χώρες κινούνται προς αυστηρότερη πολιτική, ενισχυμένες επιστροφές και ισχυρότερο έλεγχο των συνόρων.
Εν τω μεταξύ στη Γαλλία η έξαρση της βίας στα σχολεία έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση για τη μετανάστευση και την ενσωμάτωση, διότι από τις εικόνες των πρόσφατων πολύ σοβαρών επεισοδίων είναι προφανές ότι οφείλονται εν πολλοίς σε μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης.
Το θετικό είναι ότι η κατεύθυνση είναι πια δύσκολο να αμφισβητηθεί: η Ευρώπη περνά σταδιακά από τη διαχείριση στην αποτροπή και από τη μεταναστευτική πολιτική στην πολιτική ασφάλειας.
Η ελληνική πρόταση επιτέλους θέτει το επόμενο κρίσιμο ερώτημα και το ζήτημα επί τον τύπον των ήλων: αν η μετανάστευση χρησιμοποιείται ως όπλο εναντίον ενός κράτους-μέλους, μπορεί η Ευρώπη να συνεχίσει να απαντά σαν να πρόκειται απλώς για μια ακόμη μεταναστευτική κρίση;
Η απάντηση αυτονόητη, αλλά στην Ευρώπη το αυτονόητο δεν είναι πάντα δεδομένο.
Εφημερίδα Απογευματινή










