Οσο η Ελλάδα έχει στραµµένο το βλέµµα στο µέτωπο µε την Τουρκία, εν όψει εξελίξεων µε πιθανή θερµή τροπή λόγω σειράς παραγόντων που ωριµάζουν, στην ευρύτερη περιοχή συντελούνται στρατηγικού χαρακτήρα αλλαγές µε µετατόπιση της µέχρι πρότινος θεωρούµενης οριοθετηµένης αµερικανικής πολιτικής. Οι µεταβολές αυτές δεν επηρεάζουν, ακόµα τουλάχιστον, ευθέως τη χώρα µας, ωστόσο αναδιαµορφώνουν το γενικότερο πλαίσιο και εµµέσως θα αλληλεπιδράσουν µε τις ελληνικές υποθέσεις, ως εκ τούτου πρέπει να ληφθούν υπόψη. Η πλέον εµφανής εκδήλωση αυτών των µετατοπίσεων είναι οι εντεινόµενες τριβές µεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ, οι οποίες τείνουν να αποκτήσουν δοµικά στοιχεία.
Η επιλογή της διοίκησης Τραµπ -και συγκεκριµένα ενός µέρους της- να αναδείξει ως περιφερειακό εταίρο επιλογής τον σουνιτικό παράγοντα λειτουργεί ανατρεπτικά και δοκιµάζει µεταπολεµικές σταθερές της αµερικανικής αρχιτεκτονικής στη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής, µε το State Department να τηρεί διακριτικές αποστάσεις και οριακές ισορροπίες. Ενδεικτική η νέα ανάρτηση του Ντόναλντ Τραµπ (φωτ.) για δηµοσίευµα της «Washington Post», σύµφωνα µε το οποίο η Συρία προωθείται ως εναλλακτική δίοδος απέναντι στα Στενά του Ορµούζ. Το προεδρικό σχόλιο συµπυκνώνει την εν εξελίξει στροφή της αµερικανικής πολιτικής: την προσπάθεια οικοδόµησης ενός νέου γεωοικονοµικού συστήµατος, µε βασικούς κόµβους τη Συρία, το Ιράκ, την Τουρκία και τα σουνιτικά κράτη του Κόλπου. «Αυτό είναι ΥΠΕΡΟΧΟ! Η Συρία προσφέρει τον εαυτό της ως εναλλακτική λύση στα Στενά του Ορµούζ», έγραψε ο Αµερικανός πρόεδρος. Κεντρικός εκφραστής αυτής της προσέγγισης είναι ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αγκυρα, ειδικός απεσταλµένος για τη Συρία και το Ιράκ, Τοµ Μπάρακ, άνθρωπος του στενού κύκλου του Αµερικανού προέδρου. Η πολιτική αυτή δεν λειτουργεί εκτός State Department -ο Μάρκο Ρούµπιο θεσµοποίησε κρίσιµες αποφάσεις- αλλά η στρατηγική ώθηση προέρχεται κυρίως από τον Λευκό Οίκο και τους προεδρικούς συµβούλους. Εξάλλου είναι ορατή η απουσία εµφατικών δηλώσεων από τον Αµερικανό υπουργό Εξωτερικών.
Ο πρόεδρος της Συρίας, νυν Αχµεντ αλ Σάραα, ο τζιχαντιστής πρώην επικηρυγµένος Αµπού Μοχάµεντ αλ Τζολάνι, προερχόµενος από την Αλ Νούσρα και το τζιχαντιστικό οικοσύστηµα της Αλ Κάιντα, αντιµετωπίζεται πλέον ως εταίρος σταθεροποίησης. Σηµειώνεται ότι στις 24 Αυγούστου η Ουάσινγκτον αφαίρεσε τη Συρία από τη λίστα κρατών που υποστηρίζουν την τροµοκρατία και την HTS από τις σχετικούς αµερικανικούς χαρακτηρισµούς. Εν τω µεταξύ εκτυλίσσεται ένα παράλληλο δράµα και µάλιστα σε επανάληψη. Εγκαταλείπεται ένα άλλο κεφάλαιο της προηγούµενης αµερικανικής στρατηγικής: οι κουρδικές δυνάµεις της Συρίας, ο SDF, βασικός σύµµαχος των ΗΠΑ εναντίον του ISIS, διαλύθηκαν ως ανεξάρτητη στρατιωτική δύναµη και αναγκάστηκαν να ενσωµατωθούν στον συριακό κρατικό µηχανισµό. Η εξέλιξη ικανοποιεί µία από τις θεµελιώδεις απαιτήσεις της Αγκυρας, η οποία θεωρούσε τη στρατιωτική αυτονόµηση των Κούρδων στη Βόρεια Συρία στρατηγική απειλή.
Το δεύτερο, συνδεόµενο και σηµαντικότερο επίπεδο είναι το ενεργειακό. Η Ουάσινγκτον στηρίζει την εγκαθίδρυση της Συρίας ως ενεργειακό κέντρο διαµετακόµισης, υλοποιώντας τις προτάσεις του Μπάρακ, που εκ των πραγµάτων λειτουργούν ανταγωνιστικά στον µεγάλο εµπορικό και ενεργειακό διάδροµο, τον IMEC, αντίπαλο δέος του κινεζικού νέου «∆ρόµου του Μεταξιού», Belt and Road. Σε αυτό το πλαίσιο έγινε γνωστό µόλις αυτήν την εβδοµάδα ότι προωθείται αγωγός υπό τη Chevron, κόστους 5,7 δισ. δολαρίων, που θα µπορεί να µεταφέρει έως δύο εκατ. βαρέλια ιρακινού πετρελαίου ηµερησίως από τη Βασόρα στο Μπανιάς. Ηδη περίπου 5.000 βυτιοφόρα ηµερησίως ακολουθούν αυτή τη διαδροµή. Παράλληλα εξετάζονται επεκτάσεις προς το Κατάρ και άλλες χώρες του Κόλπου και σιδηροδροµικές συνδέσεις µε Τουρκία και Σαουδική Αραβία.
Το Ιράκ λειτουργεί σε αυτό το σχέδιο περισσότερο ως γεωγραφική γέφυρα παρά ως σουνιτικός πυλώνας, λόγω της τρισυπόστατης δοµής του: σουνίτες, σιίτες, Κούρδοι. Η αµερικανική ενίσχυση των ιρακινών κρατικών δοµών -χαρακτηριστική η νέα πιθανή πώληση ελικοπτέρων Bell και οπλικών συστηµάτων ύψους 800 εκατ. δολαρίων- δείχνει προσπάθεια να συνδεθεί η Βαγδάτη στενότερα µε την αµερικανική γεωµετρία ασφαλείας και να εξοβελιστεί η ιρανική (µέσω των σιιτικών πολιτοφυλακών) επιρροή στο εσωτερικό του Ιράκ. Εάν το πλέγµα αυτό αποκτήσει µόνιµο χαρακτήρα, δηµιουργείται ένας ανταγωνιστικός διάδροµος απέναντι στον IMEC. Αν δεν τον ακυρώνει, πάντως περιορίζει τη γεωπολιτική αποκλειστικότητά του. Ο IMEC δίνει κεντρικό ρόλο στον άξονα Ινδία – ΗΑΕ – Ισραήλ – Κύπρος – Ελλάδα και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ ο άξονας Ιράκ – Συρία – Τουρκία επιτρέπει τη µεταφορά ενέργειας και εµπορευµάτων προς την Ευρώπη παρακάµπτοντας κυρίως το Ισραήλ.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου, αλλά και όλο το πολιτικό σύστηµα στο Ισραήλ, βλέπει µε ανησυχία µία Συρία που θα τελεί υπό τουρκικό έλεγχο και έχει φροντίσει να το καταστήσει αυτό σαφές, λόγω και έργω, βοµβαρδίζοντας ακόµα και τα πιθανά σηµεία παρουσίας τουρκικών δυνάµεων. Η Ουάσινγκτον από την πλευρά της πιέζει για συµφωνία ασφαλείας και σταδιακή εξοµάλυνση ∆αµασκού – Ισραήλ, αλλά και για περιορισµό της ισραηλινής δραστηριότητας όχι µόνο στη Συρία, αλλά και σε Γάζα και Λίβανο, κάτι που απορρίπτεται σταθερά από την Ιερουσαλήµ. Η αναβάθµιση του σουνιτικού άξονα εκλαµβάνεται από το Ισραήλ και δικαίως ως υπαρξιακή απειλή.
Ολα αυτά έχουν στρατηγική σηµασία για Ελλάδα και Κύπρο, διότι εάν η αµερικανική προτεραιότητα µετακινηθεί από το σχήµα IMEC – Ανατολική Μεσόγειος προς ένα παράλληλο σύστηµα Συρίας – Ιράκ – Τουρκίας, αλλάζει όχι µόνο ο ενεργειακός χάρτης αλλά και η ίδια η κατανοµή γεωπολιτικής αξίας στην περιοχή. Κάτι που καθιστά ακόµα πιο επιβεβληµένη την εµβάθυνση και ενίσχυση της σχέσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ ως περιφερειακού αναχώµατος αµφίσηµων πολιτικών που µπορεί να ερµηνευθούν ποικιλοτρόπως από τις αναθεωρητικές δυνάµεις της περιοχής. Μέχρι να ξεκαθαρίσει, να σταθεροποιηθεί και (ευκταία) να επανέλθει η αµερικανική πολιτική στις σταθερές της, οι οποίες ίσχυαν στην πρώτη θητεία Τραµπ, θα απαιτηθούν σύνθετοι χειρισµοί.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»









