Οι Έλληνες πολίτες στις επερχόμενες τακτικές εκλογές δεν έχουν απλώς να αποφασίσουν την επόμενη κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό τους, με βάση τις προσδοκίες ή τη διαμαρτυρία τους για επιμέρους πολιτικές. Αλλά ποιος θα είναι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας και ποια η κυβέρνηση αυτοδύναμης πλειοψηφίας στο επόμενο Κοινοβούλιο ή κυβέρνησης συνασπισμού περισσότερων κομμάτων που θα οργανώσει παραγωγικά και δημοσιονομικά, θα προετοιμάσει δομικά και θα διατάξει την παρουσία της Ελλάδας σε μία Ευρώπη που πλέον δεν θα είναι ίδια.
Η πορεία για την Ευρώπη, με άμεση εμπλοκή της Ελλάδας, ξεκινά από την προεδρία στο δεύτερο εξάμηνο του 2027. Η Ελλάδα ήδη έχει διακριτό ρόλο σε όσα συμβαίνουν στο παρόν της Ευρώπης αφού ο δικός της υπουργός Οικονομικών, κ. Πιερρακάκης, έχει επιλεγεί ως επικεφαλής του Eurogroup. Όμως τα δεδομένα της επερχόμενης Ευρώπης δεν θα καθορισθούν από τις Βρυξέλλες και την υπερεθνική γραφειοκρατία που συγκροτεί την κυριαρχική, από πλευράς αρμοδιοτήτων και ισχύος της, Κομισιόν. Ούτε από τα διάφορα λόμπι οικονομικών, γεωπολιτικών και κυρίως επιχειρηματικών συμφερόντων που για δεκαετίες έχουν επηρεάσει με άμεσο και πρακτικό τρόπο τις προδιαγραφές που ορίζουν τις συλλογικές εθνικές αποφάσεις στην Ένωση των «27».
Τον κυρίαρχο ρόλο θα έχουν στην παρούσα φάση της ιστορίας οι πολίτες που -όπως και οι Έλληνες- θα επιλέξουν κυβερνήσεις και Κοινοβούλια με εθνικές εκλογές. Τα δεδομένα και οι δυναμικές δείχνουν ότι με αφετηρία τη Γαλλία και τερματικό σταθμό τη Γερμανία ή τη Βρετανία θα υπάρξουν, σε μια σωρεία ευρωπαϊκών δημοκρατιών, νέα δεδομένα. Η στήριξη της Εθνικής Συσπείρωσης στη Γαλλία μπορεί να φέρει την επόμενη ημέρα του Εμ. Μακρόν, τη Μαρίν Λεπέν ή τον Μπαρτελά στην προεδρία. Ανατροπές προς τα δεξιά μπορεί να υπάρξουν στην Ιταλία ή την Ισπανία όπου οι κυβερνήσεις είναι άλλωστε πολυμετοχικές. Ένα πολιτικό χάος επικρατεί στη Βρετανία, το AfD όλο και σε μεγαλύτερο βαθμό αποκτά επιρροή στη Γερμανία και ούτω καθεξής. Τα κόμματα, υπερσυντηρητικά ή νεοδεξιά εθνικιστικά ή και ακροδεξιά, έχουν μία ουσιώδη διαφοροποίηση από την παρελθούσα πολιτική και πολιτειακή τάξη της συγκυβέρνησης Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς που καθόρισαν τη «συστημική σταθερότητα» της Ευρώπης του Μάαστριχτ μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αρχίζουν τη θεώρηση πραγμάτων και τα στρατηγικά τους δεδομένα από τα έθνη τους και υπό αυτήν την κεντρική συνισταμένη τοποθετούνται ως προς τα ευρωπαϊκά ζητήματα και τις πολιτικές συνοχής. Αυτό σημαίνει κατακερματισμό σκοπιμοτήτων, διαφορετικές λογικές άσκησης πολιτικής, άλλη στοχοπροσήλωση για τις κοινές πολιτικές και τις χρηματοδοτήσεις.
Η Ευρώπη που έρχεται προβλέπεται πολυκερματισμένη και το γερμανογαλλικό consensus που την καθόρισε μετά το 1990 σε μόνιμη αναστολή. Όπως συνέβη και με την κανονικότητα της Ευρωατλαντικής δομής, μετά την εκλογή Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ. Η εταιρική Ευρώπη της παγκοσμιοποίησης και του ακραίου δικαιωματισμού των «ανοιχτών συνόρων» βρίσκεται μαζί με διάφορες υπερεθνικές ελίτ στο επίκεντρο της κριτικής για την αποτυχία τους. Και επειδή η Ευρώπη δεν είναι ένα εταιρικό πολυμετοχικό fund αλλά μία ένωση εθνικών δημοκρατιών, η επόμενη ημέρα δεν θα είναι απαραίτητα η διάλυση της Ένωσης, όπως πολλοί φοβούνται, αλλά η μετεξέλιξή της σε μία «Ευρώπη των Εθνών». Και ενδεχομένως μιας Ευρώπης που θα συγκλίνει περισσότερο ως συνομοσπονδία συνεργασίας με τις ΗΠΑ, πιο ανοιχτής στην Ανατολή και την Αφρική και με πιο σταθερά δεδομένα απέναντι στους Brics.
Στην πολύ πιο «διακυβερνητική» αυτή Ευρώπη όπου το Συμβούλιο των εκλεγμένων κυβερνήσεων, ως συνεννόηση και συντονισμός εθνών και λιγότερο ως ενιαίος χώρος μιας κοινής αγοράς, θα κυριαρχήσει ως προς τις αποφάσεις έναντι της Κομισιόν. Στη νέα αυτή δυναμική η Ελλάδα δεν μπορεί να μπει με όρους ένταξης του 1981, του 1993 ή του 2000. Η ψήφος των πολιτών θα πρέπει να προκρίνει μία διοίκηση εθνικής ισχύος και διεθνοπολιτικής δυνατότητας και όχι με μοναδικά κριτήρια τη φαντασιακά χαμηλότερη τιμή του γάλακτος στο ράφι του σουπερμάρκετ σήμερα το πρωί ή την ψευδαίσθηση μιας παρωχημένης ιστορικά αίσθησης «πατριωτισμού».
Εφημερίδα Απογευματινή










